assolar

as.so.lar
ɐsuˈlar
verbo transitivo
1.
ερημώνω, ρημάζω, μαστίζω, σαρώνω, καταστρέφω, λυμαίνομαι, ενσκήπτω literário
a fome assolou a região
η πείνα ερήμωσε την περιοχή
a miséria assola o país
η φτώχια λυμαίνεται τη χώρα
os invasores assolaram o país
οι επιδρομείς ρήμαξαν την χώρα
um flagelo assolou o país
μια θεομηνία σάρωσε τη χώρα
2.
figurado ρημάζω, σαρώνω
a discórdia assola o partido
η έριδα σαρώνει το κόμμα
o desespero assolava as tropas
η απόγνωση ρήμαζε τα στρατεύματα
3.
figurado βασανίζω
o desgosto assolava-lhe a alma
η θλίψη βασάνιζε την ψυχή του
Porto Editora – assolar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 09:27:46]. Disponível em