assombrar

as.som.brar
ɐsõˈbrar
verbo transitivo
1.
σκιάζω
as árvores que assombram a casa
τα δέντρα που σκιάζουν το σπίτι
2.
σκοτεινιάζω
a barba já lhe assombra o rosto
τα γένια του σκοτεινιάζουν κιόλας το πρόσωπο
a tristeza assombrava-lhe as feições
η θλίψη σκοτείνιαζε τα χαρακτηριστικά του
um céu carregado assombrava a natureza
ένας συννεφιασμένος ουρανός σκοτείνιαζε την φύση
3.
τρομάζω, σκιάζω coloquial
a careta dele assombrou a criança
η γκριμάτσα του σκίασε το παιδί
4.
στοιχειώνω
diziam que uma alma penada assombrava o castelo
έλεγαν ότι ένα φάντασμα στοιχείωνε το κάστρο
5.
αποσβολώνω, άφηνω άναυδο
a beleza do monumento assombra os visitantes
η ομορφιά του μνημείου αποσβολώνει τους επισκέπτες
a sua presença de espírito assombrou-me
η ετοιμολογία του με άφησε άναυδο
Porto Editora – assombrar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 11:07:40]. Disponível em