a.ta.car
ɐtɐˈkar
ɐtɐˈkarverbo transitivo
1.
επιτίθεμαι [σε]
atacar o inimigo
επιτίθεμαι στον εχθρό
atacou-me sem razão
μου επιτέθηκε χωρίς λόγο
2.
επιτίθεμαι [σε], εφορμώ [κατά], ρίχνομαι [σε], προσβάλλω
atacar a baliza adversária
επιτίθεμαι στο αντίπαλο τέρμα
atacar a vanguarda dum exército
εφορμώ κατά της εμπροσθοφυλακής μιας στρατιάς
atacar posições inimigas
προσβάλλω εχθρικές θέσεις
atacar um forte
ρίχνομαι σ' ένα οχυρό
3.
επιτίθεμαι [σε], επικρίνω
atacar a política governamental
επικρίνω την κυβερνητική πολιτική
atacar uma linha de atuação
επικρίνω έναν τρόπο δράσης
4.
καταπολεμώ
atacar uma virose com antibióticos
καταπολεμώ μια ίωση με αντιβιοτικά
atacar um problema
καταπολεμώ ένα πρόβλημα
medicamento que ataca uma doença
φάρμακο που καταπολεμά μια ασθένεια
5.
προσβάλλω, πλήττω
a paraplegia ataca os membros inferiores
η παραπληγία πλήττει τα κάτω άκρα
está atacado de cólera
προσβλήθηκε από χολέρα
micróbios que atacam o organismo humano
μικρόβια που προσβάλλουν τον ανθρώπινο οργανισμό
6.
πλήττω
atacar os interesses (de alguém)
πλήττω τα συμέφροντα (κάποιου)
toda a região está atacada pela calamidade
όλη η περιοχή επλήγη από την θεομηνία
7.
(calçado) δένω
atacar os sapatos
δένω τα παπούτσια μου
8.
figurado, coloquial ρίχνομαι [σε]
atacar a comida
ρίχνομαι στο φαΐ
atacar o trabalho
ρίχνομαι στη δουλειά
verbo intransitivo
επιτίθεμαι, κάνω επίθεση
as tropas receberam ordem para atacarem
τα στρατεύματα πήραν εντολή να επιτεθούν
atacaram ao anoitecer
επιτέθηκαν κατά το σούρουπο
jogador que é bom a atacar
παίκτης που είναι καλός στην επίθεση
Partilhar
Como referenciar 
atacar – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/atacar [visualizado em 2026-06-09 18:55:37].