atirar-se

verbo pronominal
1.
ρίχνομαι
atirar-se de cabeça
ρίχνομαι με το κεφάλι
atirar-se para o chão
ρίχνομαι χάμω
atirou-se dum quinto andar
ρίχτηκε από τον πέμπτο όροφο
atirou-se para a berma, para não ser atropelado
ρίχτηκε στο ρείθρο, για να μην τον πατήσει το αμάξι
atirou-se para a frente com ímpeto
ρίχτηκε με ορμή μπροστά
2.
ρίχνομαι [a, (πάνω) σε]
atirar-se (a alguém)
ρίχνομαι (σε κάποιον)
atirei-me a ele, e só o larguei quando se rendeu
ρίχτηκα πάνω του, και τον άφησα μόνο όταν παραδόθηκε
3.
figurado ρίχνομαι [a, σε]
atirar-se a uma empresa arriscada
ρίχνομαι σ' ένα επικίνδυνο εγχείρημα
atirou-se à mulher de um amigo
ρίχτηκε στη γυναίκα ενός φίλου
atirou-se aos bolos, e nunca mais parava de comer
ρίχτηκε στα γλυκά, και δεν έλεγε να σταματήσει
atirou-se ao trabalho e fez tudo de enfiada
ρίχτηκε στη δουλειά, και τα έκανε όλα μονοκοπανιά
Porto Editora – atirar-se no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-26 23:31:59]. Disponível em