atirar

a.ti.rar
ɐtiˈrar
verbo transitivo
1.
ρίχνω
a falta de trabalho atirou-o para a miséria
η αναδουλειά τον έριξε στη φτώχια
as discórdias atiraram o país para a guerra civil
οι έριδες έριξαν τη χώρα στον εμφύλιο πόλεμο
atirar (alguém) ao chão
ρίχνω (κάποιον) κάτω
atirar uma granada de mão
ρίχνω μια χειροβομβίδα
atirar um dardo
ρίχνω ένα ακόντιο
atirei-lhe um bofetão à cara
του έριξε μια σφαλιάρα στα μούτρα
atirou a lança contra o inimigo
έριξε τη λόγχη ενάντια στον εχθρό
para escapar, atirou o corpo para o lado
για να γλυτώσει, έριξε το σώμα προς τη μια μεριά
2.
ρίχνω, πετώ
atira a roupa para qualquer sítio
πετάει τα ρούχα του όπου βρει
atira lá isso!
πέταξέ μου αυτό!
atiraram água para cima de nós
πέταξαν νερό επάνω μας
atirar pedras (a alguém)
πετώ πέτρες (σε κάποιον)
atirar uma moeda ao ar
πετώ ένα νόμισμα στον αέρα
atirar uma pedra a um poço
ρίχνω μια πέτρα σ' ένα πηγάδι
atirei-lhe a bola
του πέταξα την μπάλα
atirei-lhe um casaco pela janela
του πέταξα μια ζακέτα από το παράθυρο
atirou o cachecol ao ar
πέταξε το κασκόλ στον αέρα
atirou tudo para dentro do armário
πέταξε τα πάντα μέσα στη ντουλάπα
atirou um osso ao cão
πέταξε ένα κόκκαλο στο σκύλο
atirou um prato ao chão
έριξε ένα πιάτο κάτω
atirou um sapato pela janela fora
πέταξε ένα παπούτσι από το παράθυρο
3.
figurado πετώ
atirar piropos a uma rapariga
πετώ κομπλιμάν σ' ένα κορίτσι
atirar um beijo (a alguém)
πετώ ένα φιλί (σε κάποιον)
atirou-me algumas palavras de despedida
μου πέταξε μερικά λόγια αποχαιρετισμού
atirou-me um comentário bem desagradável
μου πέταξε ένα πολύ δυσάρεστο σχόλιο
4.
ρίχνω [com, -]
atirou com a granada para o meio dos inimigos
έριξε τη χειροβομβίδα ανάμεσα στους εχθρούς
5.
ρίχνω [com, -], πετώ [com, -]
atirou comigo à água
μ' έριξε στο νερό
atirou-me com uma pedra
μου πέταξε μια πέτρα
verbo intransitivo
1.
ρίχνω
alvejou o veado e atirou
σημάδεψε το ελάφι και έριξε
a polícia atirou sobre os manifestantes
η αστυνομία έριξε πάνω στους διαδηλωτές
atirar ao acaso
ρίχνω στα κουτουρού
atirar ao alvo
ρίχνω στο σκοπό
atirar à queima-roupa
ρίχνω εξ επαφής
pratica há anos, e atira muito bem
εξασκείται εδώ και χρόνια, και ρίχνει πολύ καλά
2.
μοιάζω [a, με]
atira ao pai
μοιάζει με τον πατέρα του
3.
κλίνω [para, προς], τείνω [para, προς]
cor que atira para o vermelho
χρώμα που τείνει προς το κόκκινο
ela atira para a música
αυτή κλίνει προς τη μουσική
4.
είμαι [para, -]
o almoço hoje atirou para tarde
σήμερα το δείπνο ήταν αργά
atirar com a porta
βροντοκοπώ την πόρτα
atirar fora
πετώ
atirou fora uns sapatos velhos
πέταξε κάτι παλιά παπούτσια
ANAGRAMAS
Porto Editora – atirar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 05:38:42]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
arma que atire projéteis propulsionados por uma mola apenas
όπλα εκτόξευσης βλημάτων μόνο διά πιέσεως ελατηρίου