atitude

a.ti.tu.de
ɐtiˈtud(ə)
nome feminino
2.
στάση, συμπεριφορά, φέρσιμο neutro
acomodou a sua atitude às circunstâncias
προσάρμοσε τη στάση του ανάλογα με τις περιστάσεις
a sua atitude abalou a admiração dos seus apoiantes
το φέρσιμό του κλόνισε το θαυμασμό των οπαδών του
atitude que espicaçou o meu interesse
στάση που κέντρισε το ενδιαφέρον μου
atitude que mostra abnegação
φέρσιμο που δείχνει ανυστεροβουλία
mudança abrupta de atitude
αιφνίδια αλλαγή συμπεριφοράς
uma atitude corajosa
μια θαρραλέα στάση
tomar uma atitude
παίρνω μια απόφαση
Porto Editora – atitude no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-18 15:34:57]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
CIÊNCIAS
plataforma de atitude
πλατφόρμα συσκευών καθορισμού στάσης αεροσκάφους στην πτήση, πλατφόρμα συσκευών στάσης
frente em atitude
ανώτερο μέτωπο
atitude antissocial
αντικοινωνική στάση
CIÊNCIAS, TRANSPORTES
atitude de nariz em cima
θέση ρύγχους άνω του ορίζοντα, στάση άνω πρόνευσης
atitude de nariz em baixo
θέση ρύγχους κάτω του ορίζοντα, στάση κάτω πρόνευσης
atitude de aproximação
θέση ρύγχους για προσέγγιση, στάση προσέγγισης
DIREITO
atitude de uma parte
στάση του διαδίκου
VER +