atrapalhar

a.tra.pa.lhar
ɐtrɐpɐˈʎar
verbo transitivo
2.
προκαλώ αμηχανία, συγχύζω
aquela pergunta atrapalhou-me
εκείνο το ερώτημα μ' έφερε σε αμηχανία
3.
προχειροφτιάχνω, κακοφτιάχνω, μπουρδουκλώνω
atrapalhar uma tarefa
προχειροφτιάχνω μια δουλειά
não gosto da maneira como ela atrapalha o que faz
δεν μου αφέσει ο τρόπος που μπουρδουκλώνει ό,τι κάνει
4.
μπουρδουκλώνω
atrapalhar as palavras
μπουρδουκλώνω τα λόγια μου
5.
μπερδεύω
os novos achados ainda atrapalham mais o caso
τα νέα ευρήματα μπερδεύουν την υπόθεση ακόμη περισσότερο
não ajudou nada, e ainda nos atrapalhou
δεν μας βοήθησε καθόλου, κι επιπλέον μας μπέρδεψε
Porto Editora – atrapalhar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 01:22:19]. Disponível em