atraso

a.tra.so
ɐˈtrazu
nome masculino
1.
καθυστέρηση feminino , αργοπορία feminino
atraso habitual
συνηθισμένη αργοπορία
atraso propositado
εσκεμμένη καθυστέρηση
não admite atrasos
δεν ανέχεται καθυστερήσεις
o meu atraso foi devido ao tráfego
η αργοπορία μου οφείλεται στην κίνηση
2.
καθυστέρηση feminino
atraso na conclusão dum trabalho
καθυστέρηση στην αποπεράτωση μιας εργασίας
atraso no fornecimento
καθυστέρηση στον ανεφοδιασμό
atraso no pagamento
καθυστέρηση μιας πληρωμής
não gosto de atrasos
δεν μου αρέσουν οι καθυστερήσεις
o adiantamento da obra indica que não haverá atrasos
η πρόοδος των εργασιών δείχνει ότι δεν θα υπάρξουν καθυστερήσεις
o avião vem com 40 minutos de atraso
το αεροπλάνο έρχεται με 40 λεπτά καθυστέρηση
o comboio chegou com atraso
το τρένο έφτασε με καθυστέρηση
3.
υστέρηση feminino
aluno que se esforçou para recuperar do atraso
μαθητής που προσπάθησε να αναπληρώσει την υστέρησή του
4.
μαρασμός
atraso social e económico
κοινωνικός και οικονομικός μαρασμός
atraso mental
διανοητική καθυστέρηση
em atraso
σε καθυστέρηση
pagamentos em atraso
πληρωμές σε καθυστέρηση
estar em atraso
έχω καθυστερήσει
ser um atraso de vida
είμαι για τα κλάματα
atraso
forma do verbo atrasar
1.ª pessoa do singular do presente do indicativo
eu atraso
Porto Editora – atraso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 14:22:11]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
atraso na execução de um contrato
καθυστέρηση εκτέλεσης συμβάσεως
ATIVIDADE POLÍTICA, INDÚSTRIA
detonador com atraso
εγκαιροφλεγής πυροκροτητής
ATIVIDADE POLÍTICA, TRANSPORTES
mecanismo de atraso da culatra
χρονοδιακόπτης κλείστρου εκτινασσόμενου καθίσματος
VER +