Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

favoritos
a.tra.soseparador fonéticaɐˈtrazu
nome masculino
1.
καθυστέρηση feminino, αργοπορία feminino
atraso habitual
συνηθισμένη αργοπορία
atraso propositado
εσκεμμένη καθυστέρηση
não admite atrasos
δεν ανέχεται καθυστερήσεις
o meu atraso foi devido ao tráfego
η αργοπορία μου οφείλεται στην κίνηση
2.
καθυστέρηση feminino
atraso na conclusão dum trabalho
καθυστέρηση στην αποπεράτωση μιας εργασίας
atraso no fornecimento
καθυστέρηση στον ανεφοδιασμό
atraso no pagamento
καθυστέρηση μιας πληρωμής
não gosto de atrasos
δεν μου αρέσουν οι καθυστερήσεις
o adiantamento da obra indica que não haverá atrasos
η πρόοδος των εργασιών δείχνει ότι δεν θα υπάρξουν καθυστερήσεις
o avião vem com 40 minutos de atraso
το αεροπλάνο έρχεται με 40 λεπτά καθυστέρηση
o comboio chegou com atraso
το τρένο έφτασε με καθυστέρηση
3.
υστέρηση feminino
aluno que se esforçou para recuperar do atraso
μαθητής που προσπάθησε να αναπληρώσει την υστέρησή του
4.
μαρασμός
atraso social e económico
κοινωνικός και οικονομικός μαρασμός
atraso mental
διανοητική καθυστέρηση
em atraso
σε καθυστέρηση
pagamentos em atraso
πληρωμές σε καθυστέρηση
estar em atraso
έχω καθυστερήσει
ser um atraso de vida
είμαι για τα κλάματα
atraso
Presente do Indicativo do verbo atrasar
expandir
eu
atraso
tu
atrasas
ele, ela, você
atrasa
nós
atrasamos
vós
atrasais
eles, elas, vocês
atrasam

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • electronics and electrical engineering
    tempo de atraso / atraso
    el
    χρόνος καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso / tempo de propagação
    el
    καθυστέρηση
  • earth sciences
    tempo de resposta / atraso
    el
    χρόνος αντιδράσεως, χρονική υστέρησις
  • TRANSPORT / land transport
    atraso
    el
    καθυστέρηση
  • communications
    atraso
    el
    καθυστέρηση
  • technology and technical regulations
    atraso
    el
    νεκρός χρόνος, νεκρός χρόνος
  • electronics and electrical engineering
    atraso
    el
    καθυστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    atraso
    el
    καθυστέρηση απόκρισης σε κλιμακωτή διέγερση
  • data processing / information technology and data processing
    atraso
    el
    υστέρηση
  • electronics and electrical engineering / chemical compound
    atraso
    el
    υστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    atraso total
    el
    απόλυτη καθυστέρηση
  • electronics and electrical engineering / mechanical engineering
    atraso total
    el
    μέγιστη καθυστέρηση ανάφλεξης
  • communications policy / information technology and data processing
    vetor atraso
    el
    διάνυσμα καθυστέρησης
  • data processing / information technology and data processing
    atraso final
    el
    καθυστέρηση περάτωσης
  • electronics and electrical engineering
    atraso lógico
    el
    καθυστέρηση λογική
  • electronics and electrical engineering
    atraso do eco
    el
    χρόνος καθυστέρησης ηχώς
  • electronics and electrical engineering / SCIENCE
    atraso de fase
    el
    Καθυστέρηση φάσης, υστέρηση φάσης
  • communications / communications policy
    atraso de fase
    el
    καθυστέρηση φάσης
  • data processing / information technology and data processing
    atraso crítico
    el
    κρίσιμα αργά
  • land transport / TRANSPORT
    erro de atraso
    el
    σφάλμα περιδινήσεως
  • EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    tempo morto / tempo de pausa / interrupções inesperadas / tempo de atraso / tempo de espera
    el
    χαμένος χρόνος εργασίας, νεκρός χρόνος
  • earth sciences
    tempo de atraso / período de retardamento / período de atraso
    el
    χρόνος καθυστερήσεως
  • electronics and electrical engineering
    linha de transmissão com atraso / linha de atraso
    el
    γραμμή καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso de grupo / atraso de envolvente
    el
    χρόνος διάδοσης ομάδας
  • electronics and electrical engineering
    fator de atraso
    el
    παράγοντας καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso variável
    el
    μεταβλητή καθυστέρηση
  • communications
    tempo de atraso
    el
    χρονική καθυστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    tempo de atraso
    el
    χρονική καθυστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    linha de atraso
    el
    γραμμή καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    linha de atraso
    el
    ηλεκτρική γραμμή καθυστέρησης, γραμμή καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso de grupo
    el
    καθυστέρηση περιβάλλουσας, καθυστέρηση ομάδας
  • electronics and electrical engineering
    linha de atraso
    el
    γραμμή καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso de grupo
    el
    καθυστέρηση ομάδας
  • mechanical engineering / earth sciences
    atraso no fecho
    el
    καθυστέρηση στο κλείσιμο
  • technology and technical regulations
    tempo de atraso
    el
    χρόνος καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso de corte
    el
    καθυστέρηση διακοπής
  • electronics and electrical engineering / technology and technical regulations
    ângulo de desfasagem / ângulo de atraso
    el
    γωνία καθυστερήσεως
  • coal industry
    número de atraso / número de retardo
    el
    χρόνος επιβράδυνσης, χρόνος υστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso aceitável
    el
    επιτρεπτή καθυστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    atraso de subida
    el
    καθυστέρηση ανόδου
  • electronics and electrical engineering
    janela de atraso
    el
    παράθυρο καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    bobina de atraso
    el
    πηνίο επιβράδυνσης
  • information technology and data processing / technology and technical regulations
    unidade de atraso / circuito de atraso / elemento de atraso
    el
    μονάδα υστέρησης, κύκλωμα, στοιχείο
  • electronics and electrical engineering / mechanical engineering
    ignição retardada / atraso da ignição
    el
    καθυστερημένη ανάφλεξη
  • mechanical engineering
    atraso de injeção
    el
    καθυστέρηση έγχυσης, υστέρηση έγχυσης
  • land transport / TRANSPORT
    duração do atraso
    el
    χρόνος καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso de descida
    el
    χρόνος καθυστέρησης αποδιέγερσης, καθυστέρηση πτώσης
  • EUROPEAN UNION
    atraso estrutural
    el
    διαρθρωτική καθυστέρηση
  • land transport / TRANSPORT
    comboio em atraso
    el
    αμαξοστοιχία με καθυστερήσεις
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – atraso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-23 21:24:16]. Disponível em

Língua Gestual Portuguesa

ver a entrada atraso

thumbnail gesto
ver

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • electronics and electrical engineering
    tempo de atraso / atraso
    el
    χρόνος καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso / tempo de propagação
    el
    καθυστέρηση
  • earth sciences
    tempo de resposta / atraso
    el
    χρόνος αντιδράσεως, χρονική υστέρησις
  • TRANSPORT / land transport
    atraso
    el
    καθυστέρηση
  • communications
    atraso
    el
    καθυστέρηση
  • technology and technical regulations
    atraso
    el
    νεκρός χρόνος, νεκρός χρόνος
  • electronics and electrical engineering
    atraso
    el
    καθυστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    atraso
    el
    καθυστέρηση απόκρισης σε κλιμακωτή διέγερση
  • data processing / information technology and data processing
    atraso
    el
    υστέρηση
  • electronics and electrical engineering / chemical compound
    atraso
    el
    υστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    atraso total
    el
    απόλυτη καθυστέρηση
  • electronics and electrical engineering / mechanical engineering
    atraso total
    el
    μέγιστη καθυστέρηση ανάφλεξης
  • communications policy / information technology and data processing
    vetor atraso
    el
    διάνυσμα καθυστέρησης
  • data processing / information technology and data processing
    atraso final
    el
    καθυστέρηση περάτωσης
  • electronics and electrical engineering
    atraso lógico
    el
    καθυστέρηση λογική
  • electronics and electrical engineering
    atraso do eco
    el
    χρόνος καθυστέρησης ηχώς
  • electronics and electrical engineering / SCIENCE
    atraso de fase
    el
    Καθυστέρηση φάσης, υστέρηση φάσης
  • communications / communications policy
    atraso de fase
    el
    καθυστέρηση φάσης
  • data processing / information technology and data processing
    atraso crítico
    el
    κρίσιμα αργά
  • land transport / TRANSPORT
    erro de atraso
    el
    σφάλμα περιδινήσεως
  • EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS
    tempo morto / tempo de pausa / interrupções inesperadas / tempo de atraso / tempo de espera
    el
    χαμένος χρόνος εργασίας, νεκρός χρόνος
  • earth sciences
    tempo de atraso / período de retardamento / período de atraso
    el
    χρόνος καθυστερήσεως
  • electronics and electrical engineering
    linha de transmissão com atraso / linha de atraso
    el
    γραμμή καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso de grupo / atraso de envolvente
    el
    χρόνος διάδοσης ομάδας
  • electronics and electrical engineering
    fator de atraso
    el
    παράγοντας καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso variável
    el
    μεταβλητή καθυστέρηση
  • communications
    tempo de atraso
    el
    χρονική καθυστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    tempo de atraso
    el
    χρονική καθυστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    linha de atraso
    el
    γραμμή καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    linha de atraso
    el
    ηλεκτρική γραμμή καθυστέρησης, γραμμή καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso de grupo
    el
    καθυστέρηση περιβάλλουσας, καθυστέρηση ομάδας
  • electronics and electrical engineering
    linha de atraso
    el
    γραμμή καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso de grupo
    el
    καθυστέρηση ομάδας
  • mechanical engineering / earth sciences
    atraso no fecho
    el
    καθυστέρηση στο κλείσιμο
  • technology and technical regulations
    tempo de atraso
    el
    χρόνος καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso de corte
    el
    καθυστέρηση διακοπής
  • electronics and electrical engineering / technology and technical regulations
    ângulo de desfasagem / ângulo de atraso
    el
    γωνία καθυστερήσεως
  • coal industry
    número de atraso / número de retardo
    el
    χρόνος επιβράδυνσης, χρόνος υστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso aceitável
    el
    επιτρεπτή καθυστέρηση
  • electronics and electrical engineering
    atraso de subida
    el
    καθυστέρηση ανόδου
  • electronics and electrical engineering
    janela de atraso
    el
    παράθυρο καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    bobina de atraso
    el
    πηνίο επιβράδυνσης
  • information technology and data processing / technology and technical regulations
    unidade de atraso / circuito de atraso / elemento de atraso
    el
    μονάδα υστέρησης, κύκλωμα, στοιχείο
  • electronics and electrical engineering / mechanical engineering
    ignição retardada / atraso da ignição
    el
    καθυστερημένη ανάφλεξη
  • mechanical engineering
    atraso de injeção
    el
    καθυστέρηση έγχυσης, υστέρηση έγχυσης
  • land transport / TRANSPORT
    duração do atraso
    el
    χρόνος καθυστέρησης
  • electronics and electrical engineering
    atraso de descida
    el
    χρόνος καθυστέρησης αποδιέγερσης, καθυστέρηση πτώσης
  • EUROPEAN UNION
    atraso estrutural
    el
    διαρθρωτική καθυστέρηση
  • land transport / TRANSPORT
    comboio em atraso
    el
    αμαξοστοιχία με καθυστερήσεις
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – atraso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-23 21:24:16]. Disponível em
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais