atravessar

a.tra.ves.sar
ɐtrɐvəˈsar
verbo transitivo
1.
μπλοκάρω, φρακάρω
uma barreira atravessava a passagem
ένα εμπόδιο μπλόκαρε τη διέλευση
2.
σταυρώνω
atravessar duas tábuas
σταυρώνω δύο ξύλα
3.
διαπερνώ
a bala atravessou-lhe o ombro
η σφαίρα διαπέρασε τον ώμο του
a chuva atravessa-nos a roupa
η βροχή διαπερνά τα ρούχα μας
a espada atravessou-lhe o peito
το ξίφος διαπέρασε το στήθος του
atravessar (alguém) com o olhar
διαπερνώ (κάποιον) με το βλέμμα μου
o barulho atravessou as paredes
ο θόρυβος διαπέρασε τα ντουβάρια
os raios de sol atravessaram as nuvens
οι ηλιαχτίδες διαπέρασαν τα σύννεφα
4.
διασχίζω, διαβαίνω
atravessar uma ponte
διασχίζω μια γέφυρα
atravessar uma rua
διασχίζω ένα δρόμο
atravessar um desfiladeiro
διαβαίνω ένα φαράγγι
5.
διασχίζω
atravessar a fronteira
διασχίζω τα σύνορα
atravessar o rio a nado
διασχίζω το ποτάμι κολυμπώντας
atravessar uma multidão
διασχίζω το πλήθος
atravessar um país
διασχίζω μια χώρα
navios que atravessam os mares
πλοία που διασχίζουν τις θάλασσες
o rio atravessa o vale
το ποτάμι διασχίζει την κοιλάδα
um carreiro atravessava a estrada
ένα μονοπάτι διέσχιζε το δρόμο
6.
περνώ
atravessar uma crise
περνώ μια κρίση
atravessar uma época de dificuldades
περνώ μια περίοδο δυσκολιών
atravessar um período de muita atividade
περνώ μια περίοδο μεγάλης δραστηριότητας
uma estranha ideia atravessou-lhe a mente
μια αλλόκοτη ιδέα πέρασε από το μυαλό του
Porto Editora – atravessar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-27 15:44:02]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
pó atravessando o ventilador
σκόνη διερχόμενη από τον ανεμιστήρα
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
poste de pequeno diâmetro atravessando um caminho para escoamento de águas
δοκός απομακρύνσεως νερού
ATIVIDADE POLÍTICA, QUESTÕES SOCIAIS
nacional de país terceiro que atravesse a fronteira externa
υπήκοος τρίτης χώρας στην περίπτωση διάβασης των εξωτερικών συνόρων
VER +