badalar

ba.da.lar
bɐdɐˈlar
verbo transitivo
1.
σημαίνω
badalar um sino
σημαίνω μια καμπάνα
ouvi o relógio a badalar as horas
άκουσα το ρολόι να σημάνει την ώρα
2.
figurado διαλαλώ, διαδίδω, κοινολογώ
badalar um acontecimento
διαλαλώ ένα γεγονός
badalar um boato
κοινολογώ μια φήμη
badalar um segredo
διαλαλώ ένα μυστικό
verbo intransitivo
1.
σημαίνω
os sinos começaram a badalar
οι καμπάνες άρχισαν να σημαίνουν
2.
figurado πολυλογώ, σπερμολογώ
toma cuidado com ele, é daqueles que se fartam de badalar
πρόσεξέ τον, είναι από εκείνους που όλο σπερμολογούν
ANAGRAMAS
Porto Editora – badalar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 08:08:12]. Disponível em