bajoujar

ba.jou.jar
bɐʒo(w)ˈʒar
verbo transitivo
1.
καλοπιάνω, κανακεύω
farta-se de bajoujar o filho
δεν κάνει παρά να καλοπιάνει το γιο της
2.
κολακεύω, καλοπιάνω, γλείφω, γαλιφίζω, λιβανίζω figurado
está sempre a bajoujar o superior
κολακεύει συνέχεια τον προϊστάμενό του
Porto Editora – bajoujar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-02 00:42:35]. Disponível em