base

ba.se
ˈbaz(ə)
nome feminino
2.
βάση, θεμέλιο neutro
as bases duma ciência
οι βάσεις μιας επιστήμης
as bases duma teoria
οι βάσεις μιας θεωρίας
esse juízo não tem base
αυτή η κρίση στερείται θεμελίων
estabelecer as bases dum acordo
θέτω τις βάσεις μιας συμφωνίας
não tenho base para formular um juízo
δεν διαθέτω βάσεις για να διατυπώσω μια γνώμη
os seus argumentos caíram pela base
τα επιχειρήματά του έπεσαν εκ θεμελίων
raciocínio que peca pela base
συλλογισμός που σφάλλει εκ θεμελίων
3.
μεϊκάπ neutro
põe um creme e uma base
βάζει κρέμα και μεϊκάπ
4.
QUÍMICA βάση
as bases neutralizam os ácidos
οι βάσεις εξουδετερώνουν τα οξέα
5.
MATEMÁTICA βάση
base algébrica
αλγεβρική βάση
base de potência
βάση δύναμης
6.
GEOMETRIA βάση
a base de um cilindro
η βάση ενός κυλίνδρου
a base dum prisma
η βάση ενός πρίσματος
a base dum triângulo
η βάση ενός τριγώνου
7.
ANATOMIA βάση
a base do crânio
η βάση του κρανίου
8.
MILITAR βάση
assentaram ali a sua base de operações
έστησαν εκεί τη βάση επιχειρήσεων
base aérea
αεροπορική βάση
base atómica
ατομική βάση
base de apoio
βάση υποστήριξης
base de lançamento
βάση εκτόξευσης
base espacial
διαστημική βάση
base naval
ναυτική βάση
9.
POLÍTICA βάση
consultar as bases do partido
αφουγκράζομαι τις βάσεις του κόμματος
10.
INFORMÁTICA βάση
base de dados
βάση δεδομένων
11.
plural βάσεις
adquirir bases sólidas
αποκτώ γερές βάσεις
aluno que tem boas bases
μαθητής που διαθέτει καλές βάσεις
ela não tem bases
αυτή δεν έχει καθόλου βάσεις
à base de
με βάση, κυρίως με
alimenta-se à base de legumes
τρέφεται κυρίως με λαχανικά
(leilões) base de licitação
βάση προσφοράς
com base em
με βάσηacusativo/επί τη βάσειgen. literário
estar na base de
είμαι η αιτίαgenitivo
foi o desinteresse que esteve na base do seu despedimento
η αδιαφορία του ήταν η αιτία της απόλυσής του
na base de
στη βάση ότι/genitivo
vocabulário de base
βασικό λεξιλόγιο
ANAGRAMAS
Porto Editora – base no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-27 00:41:11]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, AGROALIMENTAR, INDÚSTRIA
setor endógeno de base
βασικός ενδογενής κλάδος
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
supressão de folhas da base
απόρριψη πατοφύλλων
folhas de base
πατόφυλλα
AGROALIMENTAR
alimento à base de cereais
μεταποιημένη τροφή με βάση τα δημητριακά
VER +