Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

favoritos
ba.ter separador fonéticabɐˈter

conjugação

verbo transitivo
1.
χτυπώ
bater as asas
χτυπώ τα φτερά μου
bater manteiga
χτυπώ βούτυρο
bater massa para bolos
χτυπώ ζυμάρι για κέικ
bater os dentes de frio
χτυπώ τα δόντια μου από το κρύο
bater ovos para uma omeleta
χτυπώ αυγά για μια ομελέτα
bater tapetes
χτυπώ τα χαλιά
bater uma chapa
χτυπώ μια λαμαρίνα
2.
χτυπώ, βροντώ
bateu a porta com força
βρόντησε την πόρτα με δύναμη
3.
εξερευνώ, χτενίζω figurado
bater mato
εξερευνώ το δάσος
já batemos toda a zona
χτενίσαμε κιόλας όλη την περιοχή
os caçadores bateram o campo com os cães
οι κυνηγοί χτένισαν την ύπαιθρο με τα σκυλιά
os faróis do carro batiam a estrada
τα φανάρια του αμαξιού χτένιζαν το δρόμο
4.
χτυπώ, πληκτρολογώ
bater (alguma coisa) à máquina
χτυπώ (κάτι) στη γραφομηχανή
bater um texto no computador
χτυπώ ένα κείμενο στον υπολογιστή
5.
καταρρίπτω
bater a pontuação doutro atleta
καταρρίπτω τη βαθμολογία άλλου αθλητή
bater um recorde
καταρρίπτω ένα ρεκόρ
6.
κατατροπώνω, νικώ
bater as forças inimigas
κατατροπώνω τις εχθρικές δυνάμεις
bater o adversário
κατατροπώνω τον αντίπαλο
7.
υπερτερώ [+ gen.]
a matemática, ele bate qualquer colega
στα μαθηματικά, υπερτερεί οποιουδήποτε συμμαθητή μου
bater (alguém) no futebol
υπερτερώ (κάποιου) στο ποδόσφαιρο
8.
σημαίνω, χτυπώ
o relógio da igreja bate as horas
το ρολόι της εκκλησίας σημαίνει τις ώρες
o relógio já bateu as cinco horas
το ρολόι ήδη σήμανε τις πέντε
9.
χτυπώ [com, -], στουκάρω coloquial [com, -]
bater com a cabeça na parede
χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο
eu bati com o carro num poste
στούκαρα το αμάξι σ' ένα στύλο
10.
χτυπώ [com, -], βροντώ [com, -]
bater com a porta
βροντώ την πόρτα
bater com os pés
βροντώ τα πόδια μου
verbo intransitivo
1.
χτυπώ
a bola bateu-me num braço
η μπάλα με χτύπησε στο μπράτσο
bater (a alguém) nas costas
χτυπώ (κάποιον) στην πλάτη
bater (a alguém) no ombro
χτυπώ (κάποιον) στον ώμο
bater com as asas
χτυπώ τα φτερά μου
bater com o braço na mesa
χτυπώ με το χέρι μου στο τραπέζι
bater (em alguém) na cara
χτυπώ (κάποιον) στο πρόσωπο
bateu com a cabeça numa árvore
χτύπησε με το κεφάλι του σ' ένα δέντρο
(ir) bater à porta (de alguém)
(πηγαίνω και) χτυπώ την πόρτα (κάποιου)
o mar batia nos rochedos com força
η θάλασσα χτυπούσε με δύναμη στα βράχια
o queixo batia-lhe de frio
το σαγόνι του χτυπούσε από το κρύο
o sol batia-me nos olhos
ο ήλιος με χτυπούσε στα μάτια
os holofotes batiam na fachada do edifício
οι προβολείς χτυπούσαν την πρόσοψη του κτιρίου
quem estará a bater à porta?
άραγε ποιος χτυπά την πόρτα;
2.
χτυπώ, δέρνω, βαρώ
arrancou do cinto para me bater
τράβηξε το ζωνάρι για να με δείρει
batia muito nos filhos
έδερνε πολύ τα παιδιά του
não batas no cão
μην χτυπάς το σκύλο
3.
σημαίνω, χτυπώ
que horas bateram agora mesmo?
τι ώρα σήμανε τώρα δα;
aí é que bate o ponto!
αυτό είναι το ζήτημα!
coloquial bater a bota
τινάζω τα πέταλα, μένω σέκος/στον τόπο
bater as pálpebras
βλεφαρίζω
coloquial bater com a língua nos dentes
τα μαρτυρώ όλα, τα λέω όλα
MILITAR bater em retirada
υποχωρώ
bater moeda
νομιστατοκοπώ
MÚSICA bater o compasso
κρατώ τον χρόνο, κρατώ το ρυθμό
coloquial bater o pé
πατώ πόδι, πεισμώνω
bater palmas
χειροκροτώ
Brasil coloquial bater um papo
κουβεντιάζω
coloquial não bater bem
τα έχω χαμένα, απολωλαίνομαι

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • industrial structures
    martelar / bater
    el
    σφυρηλατώ
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    bater
    el
    κτυπώ το γάλα προς βουτυροποίηση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    bater a nata
    el
    κτύπημα
  • mechanical engineering / earth sciences
    bater de pás
    el
    θόρυβος πτερυγίων
  • industrial structures
    bater o couro / martelar o couro
    el
    σφυρηλατώ το δέρμα
  • industrial structures
    bater o linho
    el
    χτύπημα του λιναριού, τσάκισμα του φυτού
  • information technology and data processing / technology and technical regulations
    bater cartões
    el
    ευθυγραμμίζω δέσμη δελτίων, Τράνταγμα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    bater das natas
    el
    κτύπημα
  • coal industry / building and public works
    cabeça de bater
    el
    ανυψωτική κεφαλή
  • information technology and data processing
    bater a Internet
    el
    διαδικτυακή ανίχνευση
  • land transport / TRANSPORT
    bater até à nega
    el
    κρούσεις μέχρις αρνήσεως
  • industrial structures
    bater calcanheiras
    el
    προβαίνω σε πιστάρισμα μπουγέτας
  • industrial structures
    máquina para bater
    el
    λειαντική μηχανή
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    agitar excessivamente / bater excessivamente
    el
    κτυπώ υπερβολικά το γάλα, αναδεύω υπερβολικά
  • industrial structures
    bater a lã com lobos
    el
    περνάω από χάρτζι
  • industrial structures / technology and technical regulations
    calandra de bater o veludo
    el
    καλάνδρα για βελούρ και βελούδο
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – bater no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-26 00:43:12]. Disponível em

Língua Gestual Portuguesa

ver a entrada bater

thumbnail gesto
ver

Provérbios

  • A uma mulher não se bate nem com uma flor.
  • Bate no bom e ele melhora, bate no mau e ele piora.
  • Gente transmontana, a quem lhe bate à porta não pergunta quem é.
  • Não é batendo com uma esponja que se prega um susto.
  • Não se deve bater a uma mulher nem com uma flor.
  • No ferro quente bater de repente.
  • Quando o mar bate na rocha, quem se lixa é o mexilhão.
  • Quem leva bom presente, bate rijo à porta.
  • Tanto bate a água em pedra dura até que fura.
ver+
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • industrial structures
    martelar / bater
    el
    σφυρηλατώ
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    bater
    el
    κτυπώ το γάλα προς βουτυροποίηση
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    bater a nata
    el
    κτύπημα
  • mechanical engineering / earth sciences
    bater de pás
    el
    θόρυβος πτερυγίων
  • industrial structures
    bater o couro / martelar o couro
    el
    σφυρηλατώ το δέρμα
  • industrial structures
    bater o linho
    el
    χτύπημα του λιναριού, τσάκισμα του φυτού
  • information technology and data processing / technology and technical regulations
    bater cartões
    el
    ευθυγραμμίζω δέσμη δελτίων, Τράνταγμα
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    bater das natas
    el
    κτύπημα
  • coal industry / building and public works
    cabeça de bater
    el
    ανυψωτική κεφαλή
  • information technology and data processing
    bater a Internet
    el
    διαδικτυακή ανίχνευση
  • land transport / TRANSPORT
    bater até à nega
    el
    κρούσεις μέχρις αρνήσεως
  • industrial structures
    bater calcanheiras
    el
    προβαίνω σε πιστάρισμα μπουγέτας
  • industrial structures
    máquina para bater
    el
    λειαντική μηχανή
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    agitar excessivamente / bater excessivamente
    el
    κτυπώ υπερβολικά το γάλα, αναδεύω υπερβολικά
  • industrial structures
    bater a lã com lobos
    el
    περνάω από χάρτζι
  • industrial structures / technology and technical regulations
    calandra de bater o veludo
    el
    καλάνδρα για βελούρ και βελούδο
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – bater no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-02-26 00:43:12]. Disponível em
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais