brotar

bro.tar
bruˈtar
verbo intransitivo
1.
BOTÂNICA βλαστάνω, βλασταίνω, ξεφυτρώνω
os tomateiros já brotaram
οι ντοματιές ξεφύτρωσαν κιόλας
2.
αναβλύζω [de, από], ξεπηδώ [de, από], πηγάζω [de, από], αναπηδώ [de, από]
a água brotava duma fenda entre os penedos
το νερό ανάβλυζε από μια σχισμή ανάμεσα στα βράχια
o sangue brotava da ferida
το αίμα πήγαζε από την πληγή
3.
figurado αναδύομαι [de, από], πηγάζω [de, από]
daquela troca de ideias brotou uma nova amizade
από εκείνη την ανταλλαγή απόψεων αναδύθηκε μια νέα φιλία
uma ideia brotou-lhe repentinamente do cérebro
μια ιδέα πήγασε ξαφνικά από το μυαλό του
verbo transitivo
BOTÂNICA βγάζω, γεννώ
as oliveiras brotaram gomeleiras
οι ελιές έβγαλαν λαίμαργα
Porto Editora – brotar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-02 07:23:08]. Disponível em