cómico

cómica
có.mi.co
ˈkɔmiku
adjetivo
1.
κωμικός
autor cómico
κωμικός συγγραφέας
ele tem uma veia cómica
αυτός διαθέτει κωμικό οίστρο
filme cómico
κωμική ταινία
peça cómica
κωμικό θεατρικό έργο
2.
κωμικός, αστείος
careta cómica
κωμικός μορφασμός
ele é cómico
αυτός είναι αστείος
que cara mais cómica!
τι αστεία φάτσα!
nome masculino, feminino
1.
κωμικός 2 géneros , κωμωδός 2 géneros
apreciar a atuação dum cómico
απολαμβάνω την ηθοποιία ενός κωμικού
2.
κωμωδιογράφος 2 géneros , κωμωδοποιός 2 géneros
estudar a obra dum cómico
μελετώ το έργο ενός κωμωδιογράφου
Porto Editora – cómico no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 07:03:50]. Disponível em