calar

ca.lar
kɐˈlar
verbo transitivo
1.
σιγάζω, σωπαίνω
calar (alguém) com um gesto
σωπαίνω (κάποιον) μ' ένα νεύμα
calou-o com um olhar severo
τον σίγασε μ' ένα αυστηρό βλέμμα
conseguiu calar o tumulto da multidão
κατάφερε να σιγάσει τη βαβούρα του πλήθους
fazer calar (alguém)
κάνω (κάποιον) να σωπάσει
o estupor calou toda a gente
η εμβροντησία σίγασε όλον τον κόσμο
2.
σιγάζω
calar a fome
σιγάζω την πείνα μου
com um sinal, calou os canhões
μ' ένα νεύμα, σίγασε τα κανόνια
3.
αποσιωπώ
calar a verdade
αποσιωπώ την αλήθεια
calar um crime
αποσιωπώ έγκλημα
não pôde calar a revolta
δεν μπόρεσε να αποσιωπήσει την αγανάκτηση
4.
(fruta) κόβω κομματάκι
calar uma melancia
κόβω κομματάκι από καρπούζι
cala a boca/o bico!
βούλωσέ το!
MILITAR calar a baioneta
τοποθετώ τη ξιφολόγχη
calar fundo
προκαλώ μεγάλη εντύπωση, έχω μεγάλο αντίκτυπο
aquela atitude calou fundo no meu coração
εκείνη η στάση είχε μεγάλο αντίκτυπο μέσα μου
cala-te!
βγάλε τον σκασμό!
(provérbio) quem cala, consente
όποιος δεν εκφέρει γνώμη, συμφωνεί
Porto Editora – calar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-02 16:27:56]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
covoeiro / navio de calar covos
σκάφος που αλιεύει με κιούρτο(κν.), σκάφος που αλιεύει με χοανοειδείς ιχθυοπαγίδες
cabo de alar / cabo de calamento / cala
σχοινί δανέζικης τράτας
sem diferença de calado
ισοβύθιστο πλοίο
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
calo de lavoura
σκληρανθείς ορίζων εξ αρώσεως
CIÊNCIAS, GEOGRAFIA
angra / cala / calheta / pequena enseada
είσοδος, πόρος
VER +