caminho

ca.mi.nho
kɐˈmiɲu
nome masculino
1.
δρόμος, μονοπάτι neutro
caminho florestal
δασικός δρόμος
caminho trilhado
πολυσύχναστο μονοπάτι
o caminho era a subir
ο δρόμος ήταν ανηφορικός
o caminho segue a direito
ο δρόμος πάει ίσια
os caminhos da serra
τα μονοπάτια του βουνού
percorrer um caminho
διατρέχω ένα δρόμο
2.
οδός feminino
caminho marítimo
θαλάσσια οδός
3.
δρόμος, διαδρομή feminino
ainda temos duas horas de caminho
έχουμε ακόμα δύο ώρες δρόμο
a vila fica a três horas de caminho
η κωμόπολη είναι σε τρεις ώρες δρόμο
enganou-se no caminho e voltou para trás
πήρε λάθος δρόμο, και γύρισε πίσω
espera-nos um longo caminho
μας περιμένει πολύς δρόμος
ir por outro caminho
ακολουθώ άλλη διαδρομή
o caminho de regresso
ο δρόμος της επιστροφής
o caminho mais curto
ο συντομότερος δρόμος
perguntei o caminho a um aldeão
ρώτησα το δρόμο σ' έναν χωρικό
que caminho fizeste?
τι διαδρομή ακολούθησες;
seguiram pelo caminho mais longo
ακολούθησαν την πιο μακρινή διαδρομή
4.
figurado δρόμος
o caminho do bem
ο δρόμος του καλού
o caminho do dever
ο δρόμος του καθήκοντος
o irmão emigrou, e ele seguiu o mesmo caminho
ο αδελφός του έφυγε μετανάστης, κι αυτός πήρε τον ίδιο δρόμο
5.
figurado κατάληξη feminino
as negociações anteriores fracassaram, e estas levam o mesmo caminho
οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις απέτυχαν, κι αυτές οδεύουν προς την ίδια κατάληξη
abrir caminho
ανοίγω δρόμο
abrir caminho (a alguém)
ανοίγω το δρόμο (σε κάποιον)
a caminho de
βαίνοντας προς
sociedade a caminho do apodrecimento
κοινωνία που βαίνει προς την σήψη
a caminho de casa
πηγαίνοντας σπίτι
afastar-se do caminho (de alguém)
βγαίνω από το δρόμο (κάποιου)
a meio caminho
μεσοστρατίς
arrepiar caminho
γυρίζω πίσω, παλινδρομώ
atravessar-se no caminho (de alguém)
μπαίνω στο δρόμο (κάποιου)
caminho de cabras
κατσικόδρομος
caminho de carroças
καρόδρομος
caminho de ronda
διάδρομος σκοπιάς
RELIGIÃO Caminho do Calvário
αναπαράσταση των Παθών του Χριστού
de caminho
επ' ευκαιρίας
encurtar/cortar caminho
κόβω δρόμο
estar em bom caminho
οδεύω σωστά
estar/vir a caminho
έρχομαι
as ordens vêm a caminho
οι εντολές έρχονται

já estamos a caminho
ερχόμαστε κιόλας
fazer (alguma coisa) pelo/no caminho
κάνω (κάτι) επ' ευκαιρίας
ficar pelo caminho
δεν τα καταφέρνω
fora do caminho
απόμερος, απόμακρος
a aldeia ficava fora do caminho
το χωριό ήταν απόμακρο
ir/estar a caminho de
πηγαίνω προς
estou a caminho de casa
πηγαίνω προς το σπίτι
levar caminho
χάνομαι, εξαφανίζομαι
a minha caneta levou caminho
το στυλό μου εξαφανίστηκε
figurado mostrar o caminho
είμαι πρωτοπόρος
por este/esse caminho
1.
με αυτό το ρυθμό
por este caminho, amanhã ainda não acabaste
με αυτό το ρυθμό, αύριο δεν θα έχεις ακόμα τελειώσει
2.
με αυτό τον τρόπο
por esse caminho, não consegues nada
με αυτό τον τρόπο, τίποτα δεν θα καταφέρεις
pôr-se a caminho
παίρνω το δρόμο, ξεκινώ
sair ao caminho (a alguém)
πηγαίνω να προϋπαντήσω (κάποιον)
figurado seguir o seu caminho
ακολουθώ/τραβώ τον δρόμο μου
figurado seguir por bom/mau caminho
παίρνω τον καλό/κακό δρόμο
seguir (por)/tomar um caminho
ακολουθώ ένα δρόμο
ser meio caminho andado
είμαι το ήμισυ του παντός
sai do caminho!
βγες από μπροστά μου!
(provérbio) todos os caminhos vão dar a Roma
όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη
torcer caminho
κάνω μια παράκαμψη
ANAGRAMAS
caminho
forma do verbo caminhar
1.ª pessoa do singular do presente do indicativo
eu caminho
Porto Editora – caminho no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 08:05:02]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
caminho de exploração
οδός πρόσβασης
caminho florestal em clareira
κεντρικό μονοπάτι δάσους
ATIVIDADE POLÍTICA
Partido Caminho da Verdade / Partido da Justa Via / Partido da Via Justa / Partido do Caminho Verdadeiro / Partido do Verdadeiro Caminho
Κόμμα του Ορθού Δρόμου
ATIVIDADE POLÍTICA, TRANSPORTES
caminhos de ferro da Grécia
Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος
Convenção Internacional relativa ao Transporte de Passageiros e Bagagens por Caminho de Ferro
Διεθνής Σύμβαση "αφορώσα εις την μεταφοράν επιβατών και αποσκευών διά σιδηροδρόμων", Διεθνής Σύμβαση για τη Σιδηροδρομική Μεταφορά Επιβατών και Αποσκευών
VER +