campanha

cam.pa.nha
kɐ̃ˈpɐɲɐ
nome feminino
2.
εκστρατεία, καμπάνια
campanha eleitoral
προεκλογική εκστρατεία
a campanha sanitária abrange toda a população
η υγειονομική εκστρατεία περιλαμβάνει όλο τον πληθυσμό
campanha publicitária
διαφημιστική καμπάνια
fazer campanha contra (alguém/alguma coisa)
διεξάγω εκστρατεία ενάντια σε (κάποιον/κάτι)
cama de campanha
ράντζο, κρεβάτι εκστρατείας
cozinha de campanha
μαγειρείο εκστρατείας
hospital de campanha
νοσοκομείο εκστρατείας
servir em campanha
υπηρετώ σε ενεργό δράση
Porto Editora – campanha no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-02 21:46:03]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
campanha vitícola
αμπελουργική περίοδος
campanha de comercialização de cereais
περίοδος εμπορίας των σιτηρών
campanha leiteira
γαλακτοκομική περίοδος, περίοδος εμπορίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προιόντων
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
campanha do tabaco
καπνά έτους, καπνικό έτος
ATIVIDADE POLÍTICA
Convenção de Genebra para Melhorar a Situação dos Feridos e Doentes das Forças Armadas em Campanha
Σύμβαση της Γενεύης "περί βελτιώσεως της τύχης των τραυματιών και των ασθενών εις τας εν εκστρατεία ενόπλους δυνάμεις"
Campanha Internacional para o Banimento das Minas Antipessoal
διεθνής εκστρατεία για την απαγόρευση των ναρκών κατά προσωπικού
VER +