capacidade

ca.pa.ci.da.de
kɐpɐsiˈdad(ə)
nome feminino
1.
χωρητικότητα
a capacidade duma memória eletrónica
η χωρητικότητα μιας ηλεκτρονικής μνήμης
capacidade cúbica
κυβική χωρητικότητα
capacidade elétrica
ηλεκτρική χωρητικότητα
capacidade para 1000 pessoas
χωρητικότητα για 1000 άτομα
determinar a capacidade dum depósito
υπολογίζω την χωρητικότητα μιας δεξαμενής
medidas de capacidade
μέτρα χωρητικότητας
tem uma capacidade de 10 litros
έχει 10 λίτρα χωρητικότητα
2.
ικανότητα
acredito na tua capacidade de reação
εμπιστεύομαι την ικανότητά σου να αντιδράσεις
capacidade calorífica
θερμαντική ικανότητα
capacidade cognitiva
γνωστική ικανότητα
capacidade de absorção
ικανότητα απορρόφησης
capacidade de adaptação
ικανότητα προσαρμογής
capacidade de carga
ικανότητα φορτίου
capacidade de compreensão
ικανότητα κατανόησης
capacidade de descarga
ικανότητα εκφόρτωσης
capacidade de produção
παραγωγική ικανότητα
capacidade de resistência
ικανότητα αντίστασης
capacidade de trabalho
ικανότητα εργασίας
isso ultrapassa as suas capacidades
αυτό υπερβαίνει τις ικανότητές του
tem capacidades assombrosas
έχει ασύλληπτες ικανότητες
tem uma enorme capacidade de trabalho
διαθέτει τεράστια ικανότητα για δουλειά
ter a capacidade de fazer (alguma coisa)
έχω την ικανότητα να κάνω (κάτι)
capacidade de comunicação
μεταδοτικότητα
NÁUTICA capacidade de navegar
αξιοπλοΐα
DIREITO capacidade legal
ικανότητα προς δικαιοπραξία
Porto Editora – capacidade no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 06:58:31]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
capacidade de utilização do leite
δυνατότητα χρησιμοποίησης του γάλακτος
capacidade de sobrevivência
επιβιωσιμότητα
ATIVIDADE POLÍTICA, TRANSPORTES, ORGANIZAÇÕES INTERNACIONAIS
acordo sobre o setor das aeronaves de grande capacidade
συμφωνία για τα μεγάλα πολιτικά αεροσκάφη
CIÊNCIAS, ENERGIA, INDÚSTRIA
capacidade de produção de eletricidade
δυναμικό για τις ενεργειακές ανάγκες
VER +