casar

ca.sar
kɐˈzar
verbo transitivo
1.
παντρεύω
casaram a filha com um médico
πάντρεψαν την κόρη τους με γιατρό
o padre que os casou
ο ιερέας που τους πάντρεψε
quem vos casou?
ποιος σας πάντρεψε;
2.
figurado παντρεύω, ταιριάζω, συνδυάζω
a costureira casou bem os dois tecidos
η μοδίστρα ταίριαξε καλά τα δύο υφάσματα
a sua obra casa influências diversas
το έργο του παντρεύει διάφορες επιδράσεις
decoração que casa elementos muito diversos
διάκοσμος που παντρεύει πολύ διαφορετικά στοιχεία
não sabe casar as cores
δεν ξέρει τα ταιριάζει τα χρώματα
verbo intransitivo e pronominal
1.
παντρεύομαι, νυμφεύομαι literário
acha que chegou o momento de casar
πιστεύει ότι ήρθε η ώρα να παντρευτεί
casaram pela Igreja
παντρεύτηκαν στην εκκλησία
casaram-se ao fim de um ano de namoro
παντρεύτηκαν μετά από ένα χρόνο δεσμού
casaram-se no dia 10 de maio
παντρεύτηκαν στις 10 Μαΐου
casar com (alguém)
παντρεύομαι (κάποιον)
casar pelo civil/registo
παντρεύομαι με πολιτικό γάμο
2.
figurado παντρεύω, ταιριάζω, συνδυάζομαι
estas cadeiras não casam com o resto da mobília
αυτές οι καρέκλες δεν ταιριάζουν με τα υπόλοιπα έπιπλα
(provérbio) antes que cases, olha o que fazes
σκέψου πριν ενεργήσεις
(provérbio) quem pensa não casa, quem casa não pensa
όποιος σκέφτεται δεν παντρεύεται, όποιος παντρεύεται δεν σκέφτεται
ANAGRAMAS
Porto Editora – casar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-22 15:10:45]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
caso de urgência especial / caso especialmente urgente
ειδική περίπτωση επείγουσας ανάγκης, εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση
Federação Internacional das Casas da Europa
Διεθνής Ομοσπονδία των Σπιτιών της Ευρώπης
ATIVIDADE POLÍTICA, ENERGIA, GEOGRAFIA
Convenção relativa à assistência em caso de acidente nuclear ou de situação de emergência radiológica
σύμβαση για την αρωγή σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος ή εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες
ATIVIDADE POLÍTICA, INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS
queixa respeitante a um caso de má administração
καταγγελία για κακή διοίκηση
VER +