cavalaria

ca.va.la.ri.a
kɐvɐlɐˈriɐ
nome feminino
2.
ιππικό neutro
a cavalaria carregou sobre o inimigo
το ιππικό εφόρμησε πάνω στον εχθρό
carga de cavalaria
επέλαση του ιππικού
cavalaria ligeira
ελαφρύ ιππικό
cavalaria pesada
βαρύ ιππικό
soldado de cavalaria
στρατιώτης ιππικού
3.
ιππική, ιππευτική, ιππασία
a arte da cavalaria
η τέχνη της ιππευτικής
4.
ιπποσύνη
ordem de cavalaria
τάγμα ιπποσύνης
5.
figurado ανδραγάθημα neutro
essas cavalarias não são para ti
τέτοια ανδραγαθήματα δεν είναι για σένα
figurado meter-se em altas cavalarias
επιχειρώ κάτι μεγαλύτερο των δυνάμεών μου
romance de cavalaria
ιπποτικό μυθιστόρημα
ANAGRAMAS
Porto Editora – cavalaria no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-11-29 12:31:17]. Disponível em