ceder

ce.der
səˈder
verbo intransitivo
1.
υποχωρώ, καθίζω
o chão cedeu
το έδαφος κάθισε
o telhado cedeu sob o peso da neve
η στέγη υποχώρησε κάτω από το βάρος του χιονιού
2.
υποχωρώ, ενδίδω
ela não cede!
αυτή δεν υποχωρεί!
3.
MILITAR υποχωρώ, οπισθοχωρώ
sob a pressão do inimigo, as tropas cederam
κάτω από την πίεση του εχθρού, τα στρατεύματα υποχώρησαν
4.
υποκύπτω [a, σε], ενδίδω [a, σε], υποχωρώ [a, μπροστά σε]
ceder aos caprichos (de alguém)
υποχωρώ μπροστά στα τερτίπια (κάποιου)
ceder à razão
υποχωρώ μπροστά στη λογική
ceder às instâncias (de alguém)
υποχωρώ μπροστά στις εκλιπαρήσεις (κάποιου)
ceder a um impulso
υποκύπτω σε μια παρόρμηση
ceder a um pedido
ενδίδω σε μια παράκληση
cedeu às tentações
ενέδωσε σε πειρασμούς
não ceder a pressões
δεν υποκύπτω σε πιέσεις
ceder terreno
υποχωρώ, οπισθοχωρώ
Porto Editora – ceder no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 03:13:07]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
ceder a Presidência
παραχωρώ την προεδρική έδρα
DIREITO
ceder os direitos sobre os melhoramentos
παραχωρώ τα δικαιώματά μου επί των βελτιώσεων
DIREITO, INDÚSTRIA
imóvel a ceder em regime de locação financeira
ακίνητο που θα εκχωρηθεί με leasing
VER +