ceder

ce.der
səˈder
verbo transitivo
1.
παραχωρώ
cederam-nos a sala para a realização das eleições
μας παραχώρησαν την αίθουσα για τη διεξαγωγή αρχαιρεσιών
cedeu-me muito amavelmente o seu bilhete
μου παραχώρησε ευγενικά το εισιτήριό του
cedeu o lugar a uma senhora de idade
παραχώρησε τη θέση του σε μια ηλικιωμένη κυρία
queria ceder-me o quarto dele, mas eu não deixei
ήθελε να μου παραχωρήσει το δωμάτιό του, μα δεν τον άφησα
2.
υποχωρώ
não ceder um passo
δεν υποχωρώ ούτε βήμα
3.
DIREITO εκχωρώ, παραχωρώ
ceder um direito de propriedade
εκχωρώ ένα δικαίωμα κυριότητας
verbo intransitivo
1.
υποχωρώ, καθίζω
o chão cedeu
το έδαφος κάθισε
o telhado cedeu sob o peso da neve
η στέγη υποχώρησε κάτω από το βάρος του χιονιού
2.
υποχωρώ, ενδίδω
ela não cede!
αυτή δεν υποχωρεί!
3.
MILITAR υποχωρώ, οπισθοχωρώ
sob a pressão do inimigo, as tropas cederam
κάτω από την πίεση του εχθρού, τα στρατεύματα υποχώρησαν
4.
υποκύπτω [a, σε], ενδίδω [a, σε], υποχωρώ [a, μπροστά σε]
ceder aos caprichos (de alguém)
υποχωρώ μπροστά στα τερτίπια (κάποιου)
ceder à razão
υποχωρώ μπροστά στη λογική
ceder às instâncias (de alguém)
υποχωρώ μπροστά στις εκλιπαρήσεις (κάποιου)
ceder a um impulso
υποκύπτω σε μια παρόρμηση
ceder a um pedido
ενδίδω σε μια παράκληση
cedeu às tentações
ενέδωσε σε πειρασμούς
não ceder a pressões
δεν υποκύπτω σε πιέσεις
ceder terreno
υποχωρώ, οπισθοχωρώ
Porto Editora – ceder no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-21 08:57:35]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA
ceder a Presidência
παραχωρώ την προεδρική έδρα
DIREITO
ceder os direitos sobre os melhoramentos
παραχωρώ τα δικαιώματά μου επί των βελτιώσεων
DIREITO, INDÚSTRIA
imóvel a ceder em regime de locação financeira
ακίνητο που θα εκχωρηθεί με leasing
VER +