cercar

cer.car
sərˈkar
verbo transitivo
2.
περιβάλλω, περιτριγυρίζω, περιστοιχίζω
estava cercado de amigos
περιβαλλόταν από φίλους
os fãs cercaram o artista
οι θαυμαστές περιτριγύρισαν τον καλλιτέχνη
os miúdos cercaram o Pai Natal
τα πιτσιρίκια περιστοίχισαν τον Άι-Βασίλη
3.
περικυκλώνω
a polícia cercou os manifestantes
η αστυνομία περικύκλωσε τους διαδηλωτές
4.
MILITAR πολιορκώ
as tropas cercaram o forte
τα στρατεύματα πολιόρκησαν το οχυρό
5.
figurado περιβάλλω [de, με]
cercar (alguém) de atenções
περιβάλλω (κάποιον) με περιποιήσεις
cercar (alguém) de comodidades
περιβάλλω (κάποιον) με ανέσεις
Como referenciar: Porto Editora – cercar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-10-17 00:23:37]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
lâmpara / rede de cercar sem retenida / rede de cerco sem retenida
δίχτυ lampara, δίχτυ μανπασα, κυκλικό δίχτυ,χωρίς σχοινί που να το κλείνει από κάτω, κυκλωτικό δίχτυ χωρίς στίγγο, κυκλωτικό δίχτυ χωρίς σχοινί που να το κλείνει από κάτω
cerco de atum
θυνναλιευτικό γρι-γρι
arame farpado / cerca
αγκαθωτό σύρμα
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
cabo de conexão para cerca
καλώδιο σύνδεσης της περίφραξης
eletrificador portátil para cerca
φορητός ηλεκτρικός τροφοδότης
ATIVIDADE POLÍTICA, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
fase de cerco
Φάση περιορισμού
VER +