chão

chão
ˈʃɐ̃w̃
nome masculino
plural: chãos
1.
έδαφος neutro
o chão absorveu a água da chuva
το έδαφος απορρόφησε το νερό της βροχής
o chão cedeu
το έδαφος κάθισε
sentar-se no chão
κάθομαι στο έδαφος
ter chão firme debaixo dos pés
έχω στέρεο έδαφος κάτω από τα πόδια μου
2.
πάτωμα neutro , δάπεδο neutro
de tão limpo, o chão até brilhava
το πάτωμα ήταν τόσο καθαρό, που γυάλιζε
limpar/esfregar o chão
καθαρίζω/τρίβω το πάτωμα
o chão estava molhado
το πάτωμα ήταν βρεγμένο
os brinquedos estavam espalhados pelo chão
τα παιχνίδια ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα
uma carpete cobria grande parte do chão
ένα χαλί κάλυπτε μεγάλο μέρος του δαπέδου
varreu o chão da sala
σκούπισε το πάτωμα της αίθουσας
adjetivo
1.
επίπεδος
terra chã
επίπεδη γη
terreno chão
επίπεδο χωράφι
2.
figurado ευθύς, ντόμπρος
aprecio a gente trabalhadora e chã
εκτιμώ τους εργατικούς και ντόμπρους ανθρώπους
pessoa de feitio chão
άνθρωπος με ευθύ χαρακτήρα
3.
figurado απλός
empregou uma linguagem chã, que todos compreendiam
χρησιμοποίησε απλή γλώσσα, που όλοι καταλάβαιναν
ao/no/para o chão
χάμω/κάτω
atirar para o chão
ρίχνω κάτω

cair ao chão
πέφτω χάμω

estendeu no chão uma manta velha
έστρωσε χάμω ένα παλιό χράμι
chão falso
ψευδοπάτωμα
do chão
από χάμω/κάτω
apanhar do chão
μαζεύω από χάμω
mar chão
γαλήνια θάλασσα
figurado não cair no chão
δεν πάω χαμένος
a sua generosidade não caiu no chão
η γενναιοδωρία του δεν πήγε χαμένη
figurado ser chão que deu uvas
είμαι στερεμένο χρυσωρυχείο
Porto Editora – chão no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 19:42:22]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
chão de ripas, perfurado ou de grades
πλάκες, διάτρητα στοιχεία ή εσχάρες του δαπέδου
estábulo com chão frestado
σταυλισμός σε ξύλινο πλέγμα
distribuição no chão
διανομή στο έδαφος
ATIVIDADE POLÍTICA
posição cavada no chão / trincheira
θέση σε χαράκωμα
CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
armazenagem em cima do chão
εναποθήκευση στο δάπεδο
VER +