chamar

cha.mar
ʃɐˈmar
verbo transitivo
1.
καλώ, φωνάζω
chamaram a polícia
φώναξαν την αστυνομία
chamar ao telefone
καλώ στο τηλέφωνο
chamar o médico
φωνάζω το γιατρό
chamar por socorro
φωνάζω για βοήθεια
2.
καλώ
chamar o elevador
καλώ το ασανσέρ
chamar um táxi
καλώ ένα ταξί
o dever chama
το καθήκον καλεί
o imã chama os fiéis
ο ιμάμης καλεί τους πιστούς
3.
φωνάζω
chamar (alguém) para comer
φωνάζω (κάποιον) να έρθει να φάει
chamar (alguém) para dentro/fora
φωνάζω (κάποιον) μέσα/έξω
chamar (alguém) pelo nome
φωνάζω (κάποιον) με το όνομά του
chamei por ele, mas não ouviu
τον φώναξα, μα δεν άκουσε
chamou a enfermeira
φώναξε τη νοσοκόμα
chamou-me com um aceno de cabeça
με φώναξε μ' ένα γνέψιμο του κεφαλιού του
chamou-me lá acima
με φώναξε εκεί πάνω
ela chamou-te
αυτή σε φώναξε
gosta que a chamem pelo diminutivo
της αρέσει να την φωνάζουν με το υποκοριστικό
o diretor chamou a secretária
ο διευθυντής φώναξε τη γραμματέα
4.
ονομάζω, λέω
como chamaram eles o cão?
πώς τον είπαν το σκύλο;
eles chamaram Ana à filha
ονόμασαν την κόρη τους Άννα
5.
καλώ, συγκαλώ
chamei-o para trabalhar comigo
τον κάλεσα να εργαστεί μαζί μου
foi chamado a fazer parte da equipa governamental
κλήθηκε να λάβει μέρος στο κυβερνητικό σχήμα
6.
αποκαλώ, λέω
a isto, eu chamo desplante
αυτό εγώ το αποκαλώ αναίδεια
chamar burro (a alguém)
λέω (κάποιον) βλάκα
ele chama à mulher 'amor'
αυτός λέει τη γυναίκα του 'γλυκιά μου'
não gosta que o chamem gordo
δεν του αρέσει να τον αποκαλούν χοντρό
o que é que chamas a isto?
πώς το λες εσύ αυτό;
7.
καλώ [a, σε], κλητεύω [a, σε]
chamar (alguém) à barra
καλώ (κάποιον) στην έδρα
chamar a tribunal
καλώ στο δικαστήριο
foi chamado a depor
κλητεύτηκε να καταθέσει
8.
λέω το όνομα
o professor chamou todos os alunos
ο καθηγητής είπε τα ονόματα όλων των μαθητών
9.
φωνάζω, ξυπνάω
amanhã, podes chamar-me às 7 e meia?
αύριο, μπορείς να με φωνάξεις στις εφτάμιση;
por favor, chama-me às oito horas
σε παρακαλώ, ξύπνησέ με στις οκτώ
10.
επικαλούμαι [por, -]
chamar por um santo protetor
επικαλούμαι έναν προστάτη άγιο
verbo intransitivo
1.
καλώ
o telefone está a chamar
το τηλέφωνο καλεί
2.
φωνάζω
fartou-se de chamar, mas ninguém o ouviu
φώναξε ξανά και ξανά, μα κανείς δεν τον άκουσε
chamar à/de parte
φωνάζω κατά μέρος
chamar a mim/ti/si/etc.
1.
αναλαμβάνω
chamou a si a responsabilidade
ανέλαβε την ευθύνη
2.
σφετερίζομαι
chamou a si a glória doutrem
σφετερίστηκε τη δόξα άλλου
chamar a atenção
1.
εφιστώ την προσοχή
chamar a atenção (de alguém) (para alguma coisa)
εφιστώ την προσοχή (κάποιου) (για κάτι)
2.
τραβώ την προσοχή
pelo seu tamanho, o cartaz chamou a minha atenção
λόγω του μεγέθους της, η αφίσα τράβηξε την προσοχή μου
chamar (alguém) à atenção
κάνω (κάποιου) παρατήρηση
chamar (alguém) a contas/a capítulo/à pedra
ζητώ εξηγήσεις (από κάποιον), ζητώ τον λόγο (από κάποιον)
chamar (alguém) à ordem
βάζω (κάποιον) στη θέση του
chamar as coisas pelos nomes
λέω τα πράγματα με το όνομά τους, λέω τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη
chamar nomes (a alguém)
βρίζω (κάποιον)
chamar (um aluno) à lição
φωνάζω (μαθητή) να πει μάθημα
mandar chamar (alguém)
στέλνω να φωνάξουν (κάποιον)
ANAGRAMAS
Porto Editora – chamar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-09 12:50:25]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
carta chamando a atenção
επιστολή προς υπενθύμιση
CIÊNCIAS
detetor de fotometria de chama
φωτομετρικός ανιχνευτής φλόγας
torre de chama
πύργος φλόγας
CIÊNCIAS, MEIO AMBIENTE, INDÚSTRIA
detetor aquecido de ionização por chama
θερμαινόμενος ανιχνευτής ιονισμού φλόγας, συσκευή ανάλυσης του τύπου ιονισμού με θερμαινόμενη φλόγα
VER +