cheio

cheia
chei.o
ˈʃɐju
adjetivo
1.
γεμάτος, πλήρης literário [+ gen.]
a sala estava cheia
η αίθουσα ήταν πλήρης
às horas de ponta, o metro anda sempre cheio
τις ώρες αιχμής, το μετρό είναι πάντα γεμάτο
esta gaveta está cheia
αυτό το συρτάρι είναι γεμάτο
uma chávena cheia
ένα φλιτζάνι γεμάτο
uma mala cheia de roupa
μια βαλίτσα γεμάτη ρούχα
um copo cheio de vinho/leite/água
ένα ποτήρι γεμάτο κρασί/γάλα/νερό
um recipiente cheio de areia
ένα δοχείο γεμάτο άμμο
2.
γεμάτος
a camisa está cheia de nódoas
το πουκάμισο είναι γεμάτο λεκέδες
a feira estava cheia de gente
το πανηγύρι ήταν γεμάτο κόσμο
a rua está cheia de buracos
ο δρόμος είναι γεμάτος λακκούβες
de boca cheia
με γεμάτο το στόμα
o chão está cheio de água
το δάπεδο είναι γεμάτο νερό
o cinzeiro estava cheio de beatas
το τασάκι ήταν γεμάτο γόπες
ter a cara cheia de sangue
έχω το πρόσωπο γεμάτο αίματα
terreno cheio de árvores
χωράφι γεμάτο δέντρα
3.
γεμάτος, μεστός [από], πλήρης literário [+ gen.]
cheio de vida
γεμάτος ζωή
estou cheio de genica
είμαι γεμάτος ενεργητικότητα
pessoa cheia de atividade
άνθρωπος γεμάτος ενέργεια
sinto-me cheio de gratidão
νιώθω πλήρης ευγνωμοσύνης
texto cheio de erros
κείμενο πληρής λαθών
um dia cheio de emoções
μια μέρα μεστή από συγκινήσεις
4.
γεμάτος, χορτάτος
estou cheio
είμαι χορτάτος
sentir-se cheio
νιώθω γεμάτος
5.
στρουμπουλός
pessoa de corpo cheio
άνθρωπος με στρουμπουλό κορμί
tem um rosto cheio
έχει στρουμπουλό πρόσωπο
6.
γεμάτος, φορτωμένος
árvore cheia de fruta
δέντρο φορτωμένο καρπούς
céu cheio de nuvens
ουρανός γεμάτος σύννεφα
tive um dia muito cheio
είχα πολύ φορτωμένη μέρα
7.
παραφορτωμένος [με]
anda cheia de preocupações
είναι παραφορτωμένη με έγνοιες
estar cheio de trabalho
είμαι παραφορτωμένος με δουλειά
8.
μεστός
uma voz cheia e melodiosa
μια φωνή μεστή και μελωδική
9.
αδιάκοπος
contornos a traço cheio
περίγραμμα με αδιάκοπες γραμμές
10.
γαστρωμένος
a gata anda cheia
η γάτα είναι γαστρωμένη
nome masculino
1.
παχύ τμήμα neutro
os cheios das letras caligráficas
τα παχιά τμήματα των καλλιγραφικών γραμμάτων
2.
γέμισμα neutro
agora, anda a bordar os cheios
τώρα, κεντάει τα γεμίσματα
a cheio
αδιάκοπος
fazer traços a cheio
κάνω αδιάκοπες γραμμές
(espetáculos) casa cheia
πιένα, γεμάτη αίθουσα
cheio até cima
γεμάτος μέχρι τα μπούνια
cheio de si
υπερόπτης, ξιπασμένος, φαντασμένος
pessoa cheia de si
φαντασμένος άνθρωπος
em cheio
1.
διάνα
acertou em cheio no alvo
πέτυχε το στόχο διάνα
2.
κατάντικρυ
o sol batia-lhe em cheio na cara
ο ήλιος τον χτυπούσε κατάντικρυ στο πρόσωπο
3.
φανταστικός, υπέροχος
passámos um dia em cheio
περάσαμε μια φανταστική μέρα
estar cheio de
(verbo +) πάρα πολύ
estar cheio de dores
πονάω πάρα πολύ

estar cheio de fome/sede
πεινάω/διψάω πάρα πολύ

estar cheio de frio/calor
κρυώνω/ζεσταίνομαι πάρα πολύ

estar cheio de medo
φοβάμαι πάρα πολύ

estar cheio de sono
νυστάζω πάρα πολύ
estar cheio (de alguém/alguma coisa)
έχω βαρεθεί (κάποιον/κάτι)
estar cheio de fazer (alguma coisa)
βαρέθηκα να κάνω (κάτι)

estou cheio disso!
το βαρέθηκα αυτό!
coloquial estar cheio dele
έχω λεφτά με ουρά
lua cheia
πανσέληνος
mal cheio
μισογεμάτος
um copo mal cheio
ένα ποτήρι μισογεμάτο
maré cheia
πλημμυρίδα
Porto Editora – cheio no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-08 10:07:11]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
cheio da alheta / cheio da popa
υπογάστριο σκάφους
CIÊNCIAS
hidrograma de cheias
υδρογράφημα ή καμπύλη παροχών πλημμύρας
CIÊNCIAS, INDÚSTRIA
hidrograma de cheia de projeto
καμπύλη παροχών ονομαστικής πλημμύρας, καμπύλη παροχών συμβατικής πλημμύρας
VER +