citar

ci.tar
siˈtar
verbo transitivo
1.
παραθέτω
citar excertos de um escritor
παραθέτω αποσπάσματα ενός συγγραφέα
citar uma passagem da Bíblia
παραθέτω ένα χωρίο της Βίβλου
2.
μνημονεύω, κάνω μνεία [σε], αναφέρω
citar um acontecimento histórico
μνημονεύω ένα ιστορικό γεγονός
citar um autor clássico
κάνω μνεία σ' ένα κλασικό συγγραφέα
3.
αναφέρω
citar uma situação semelhante
αναφέρω μια παρόμοια κατάσταση
citar um exemplo
αναφέρω ένα παράδειγμα
expus os factos, sem citar nomes
εξέθεσα τα γεγονότα, δίχως να αναφέρω ονόματα
o nome abaixo citado
το κάτω αναφερθέν όνομα
4.
DIREITO κλητεύω, εγκαλώ
citar (alguém) a tribunal
εγκαλώ (κάποιον) στο δικαστήριο
citar uma testemunha
κλητεύω μάρτυρα
5.
(tauromaquia) προκαλώ
citar o touro
προκαλώ τον ταύρο
ANAGRAMAS
Porto Editora – citar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 22:49:09]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, MEIO AMBIENTE
Convenção CITES / Convenção de Washington / Convenção sobre o Comércio Internacional das Espécies de Fauna e Flora Selvagens Ameaçadas de Extinção
Σύμβαση για το διεθνές εμπόριο ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση, Σύμβαση διεθνούς εμπορίας ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν, Σύμβαση της Ουάσιγκτον
MEIO AMBIENTE
Conferência das Partes na CITES
Διάσκεψη των Συμβαλλομένων Μερών στη CITES
UNIÃO EUROPEIA
citar testemunhas
προτείνω μάρτυρες
VER +