favoritos
co.le.ti.vi.da.deseparador fonéticakulɛtiviˈdad(ə)
nome feminino
1.
συλλογικότητα
a coletividade dos meios de produção
η συλλογικότητα των μέσων παραγωγής
2.
κοινότητα
todos participam nos trabalhos da coletividade
όλοι συμμετέχουν στις δουλειές της κοινότητας
uma coletividade de cariz agrícola
μια κοινότητα αγροτικού χαρακτήρα
3.
σύλλογος masculino
a nossa coletividade tem um grupo musical
ο σύλλογός μας έχει ένα μουσικό συγκρότημα
uma coletividade artística
ένα καλλιτεχνικός σύλλογος
a grafia anterior era colectividade

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • civil law / culture
    coletividade
    el
    συλλογικό όργανο, εταιρικό όργανο
  • statistics
    coletividade
    el
    κοινότητα
  • documentation / information technology and data processing
    autor coletividade / coletividade-autor
    el
    συλλογικός συγγραφέας, εταιρικός συγγραφέας
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / social sciences
    coletividade rural
    el
    αγροτικός οικισμός, αγροτική κοινότητα
  • LAW
    coletividade local
    el
    τοπική ένωση
  • regional and local authorities
    coletividade da Córsega
    el
    Τοπική Αρχή Κορσικής
  • LAW
    coletividade ultramarina / COM
    el
    Υπερπόντια Οντότητα
  • medical science
    coletividade terapêutica
    el
    θεραπευτική κοινότητα
  • LAW
    coletividade departamental
    el
    νομός
  • French overseas collectivity
    Coletividade de São Martinho / São Martinho
    el
    Άγιος Μαρτίνος, Κοινότητα του Αγίου Μαρτίνου
  • GEOGRAPHY / French overseas collectivity
    São Bartolomeu / Coletividade de São Bartolomeu
    el
    Άγιος Βαρθολομαίος, Κοινότητα του Αγίου Βαρθολομαίου
  • regional and local authorities / regions of France
    coletividade com estatuto especial
    el
    τοπική αρχή με ειδικό καθεστώς
  • regional and local authorities
    coletividade territorial da Martinica
    el
    Τοπική Αρχή Μαρτινίκας
  • chemistry
    conjunto granulométrico de partículas / coletividade granulométrica de partículas
    el
    πληθυσμός μεγέθους σωματιδίων, κοκκομετρικό σύνολο σωματιδίων
  • GEOGRAPHY / French overseas collectivity
    São Pedro e Miquelão / Coletividade Territorial de São Pedro e Miquelão
    el
    Εδαφική Κοινότητα Σεν Πιερ και Μικελόν, Σεν Πιερ και Μικελόν
  • statistics / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    floresta pertencente a coletividade de direito público
    el
    δάση του δημοσίου
  • EUROPEAN UNION / FINANCE
    coletividades territoriais
    el
    εδαφικές ενότητες
  • documentation / information technology and data processing
    entrada de coletividade-autor
    el
    εταιρικό λήμμα, συλλογικό λήμμα
  • documentation / information technology and data processing
    índice de coletividades-autores
    el
    ευρετήριο εταιρικών οργάνων, ευρετήριο συλλογικών οργάνων
  • EUROPEAN UNION / LAW / regions and regional policy / European Union
    autarquias regionais e locais / coletividades regionais e locais
    el
    οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης
  • documentation / information technology and data processing
    ficheiro de coletividades-autores
    el
    φάκελος συλλογικών οργάνων, αρχείο συλλογικών οργάνων, αρχειοφάκελος συλλογικών οργάνων
  • LAW / technology and technical regulations
    coletividades com finalidade pública
    el
    οργανισμός
  • EUROPEAN UNION / LAW
    comité composto por representantes das coletividades regionais e locais
    el
    επιτροπή αποτελούμενη από αντιπροσώπους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης
  • EUROPEAN UNION
    Conselho Consultivo das Coletividades Regionais e Locais de Direito Público
    el
    Γνωμοδοτικό Συμβούλιο των Οργανισμών Περιφερειακής και Τοπικής Αυτοδιοίκησης
  • FINANCE
    valores mobiliários emitidos por um Estado ou pelas suas coletividades territoriais
    el
    κινητές αξίες που εκδίδονται από το κράτος και από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοíκησης
  • administrative law
    Programa de apoio à cooperação entre as coletividades locais da Europa e as dos países terceiros mediterrânicos
    el
    Πρόγραμμα στήριξης της συνεργασίας μεταξύ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης της Ευρώπης και των ίδιων οργανισμών των Τρίτων Μεσογειακών Χωρών
  • EU relations / migration
    Programa de cooperação entre coletividades locais da União Europeia, coletividades locais de países terceiros mediterrânicos e organismos que impliquem migrantes apoiados por essas coletividades, constituídas em redes sobre o tema das migrações / Programa Med-Migração
    el
    Πρόγραμμα συνεργασίας των τοπικών ομάδων της Ευρωπαϊκής'Ενωσης,των τοπικών ομάδων των τρίτων μεσογειακών χωρών και οργανισμών που ασχολούνται με τους μετανάστες και υποστηρίζονται από τις ανωτέρω ομάδες,συγκροτημένες σε δίκτυα ανάλογα με το θέμα που αφορά τους μετανάστες, Πρόγραμμα Med-Μετανάστευσ η
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – coletividade no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-22 10:27:21]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • civil law / culture
    coletividade
    el
    συλλογικό όργανο, εταιρικό όργανο
  • statistics
    coletividade
    el
    κοινότητα
  • documentation / information technology and data processing
    autor coletividade / coletividade-autor
    el
    συλλογικός συγγραφέας, εταιρικός συγγραφέας
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / social sciences
    coletividade rural
    el
    αγροτικός οικισμός, αγροτική κοινότητα
  • LAW
    coletividade local
    el
    τοπική ένωση
  • regional and local authorities
    coletividade da Córsega
    el
    Τοπική Αρχή Κορσικής
  • LAW
    coletividade ultramarina / COM
    el
    Υπερπόντια Οντότητα
  • medical science
    coletividade terapêutica
    el
    θεραπευτική κοινότητα
  • LAW
    coletividade departamental
    el
    νομός
  • French overseas collectivity
    Coletividade de São Martinho / São Martinho
    el
    Άγιος Μαρτίνος, Κοινότητα του Αγίου Μαρτίνου
  • GEOGRAPHY / French overseas collectivity
    São Bartolomeu / Coletividade de São Bartolomeu
    el
    Άγιος Βαρθολομαίος, Κοινότητα του Αγίου Βαρθολομαίου
  • regional and local authorities / regions of France
    coletividade com estatuto especial
    el
    τοπική αρχή με ειδικό καθεστώς
  • regional and local authorities
    coletividade territorial da Martinica
    el
    Τοπική Αρχή Μαρτινίκας
  • chemistry
    conjunto granulométrico de partículas / coletividade granulométrica de partículas
    el
    πληθυσμός μεγέθους σωματιδίων, κοκκομετρικό σύνολο σωματιδίων
  • GEOGRAPHY / French overseas collectivity
    São Pedro e Miquelão / Coletividade Territorial de São Pedro e Miquelão
    el
    Εδαφική Κοινότητα Σεν Πιερ και Μικελόν, Σεν Πιερ και Μικελόν
  • statistics / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    floresta pertencente a coletividade de direito público
    el
    δάση του δημοσίου
  • EUROPEAN UNION / FINANCE
    coletividades territoriais
    el
    εδαφικές ενότητες
  • documentation / information technology and data processing
    entrada de coletividade-autor
    el
    εταιρικό λήμμα, συλλογικό λήμμα
  • documentation / information technology and data processing
    índice de coletividades-autores
    el
    ευρετήριο εταιρικών οργάνων, ευρετήριο συλλογικών οργάνων
  • EUROPEAN UNION / LAW / regions and regional policy / European Union
    autarquias regionais e locais / coletividades regionais e locais
    el
    οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης
  • documentation / information technology and data processing
    ficheiro de coletividades-autores
    el
    φάκελος συλλογικών οργάνων, αρχείο συλλογικών οργάνων, αρχειοφάκελος συλλογικών οργάνων
  • LAW / technology and technical regulations
    coletividades com finalidade pública
    el
    οργανισμός
  • EUROPEAN UNION / LAW
    comité composto por representantes das coletividades regionais e locais
    el
    επιτροπή αποτελούμενη από αντιπροσώπους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης
  • EUROPEAN UNION
    Conselho Consultivo das Coletividades Regionais e Locais de Direito Público
    el
    Γνωμοδοτικό Συμβούλιο των Οργανισμών Περιφερειακής και Τοπικής Αυτοδιοίκησης
  • FINANCE
    valores mobiliários emitidos por um Estado ou pelas suas coletividades territoriais
    el
    κινητές αξίες που εκδίδονται από το κράτος και από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοíκησης
  • administrative law
    Programa de apoio à cooperação entre as coletividades locais da Europa e as dos países terceiros mediterrânicos
    el
    Πρόγραμμα στήριξης της συνεργασίας μεταξύ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης της Ευρώπης και των ίδιων οργανισμών των Τρίτων Μεσογειακών Χωρών
  • EU relations / migration
    Programa de cooperação entre coletividades locais da União Europeia, coletividades locais de países terceiros mediterrânicos e organismos que impliquem migrantes apoiados por essas coletividades, constituídas em redes sobre o tema das migrações / Programa Med-Migração
    el
    Πρόγραμμα συνεργασίας των τοπικών ομάδων της Ευρωπαϊκής'Ενωσης,των τοπικών ομάδων των τρίτων μεσογειακών χωρών και οργανισμών που ασχολούνται με τους μετανάστες και υποστηρίζονται από τις ανωτέρω ομάδες,συγκροτημένες σε δίκτυα ανάλογα με το θέμα που αφορά τους μετανάστες, Πρόγραμμα Med-Μετανάστευσ η
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – coletividade no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-04-22 10:27:21]. Disponível em