Academia Virtual

Palavra em destaque

co.le.ti.vi.da.dekulɛtiviˈdad(ə)
nome feminino
1.
συλλογικότητα
a coletividade dos meios de produção
η συλλογικότητα των μέσων παραγωγής
2.
κοινότητα
todos participam nos trabalhos da coletividade
όλοι συμμετέχουν στις δουλειές της κοινότητας
uma coletividade de cariz agrícola
μια κοινότητα αγροτικού χαρακτήρα
3.
σύλλογος masculino
a nossa coletividade tem um grupo musical
ο σύλλογός μας έχει ένα μουσικό συγκρότημα
uma coletividade artística
ένα καλλιτεχνικός σύλλογος
a grafia anterior era colectividade

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • ATIVIDADE POLÍTICA
    Programa de apoio à cooperação entre as coletividades locais da Europa e as dos países terceiros mediterrânicos
    Πρόγραμμα στήριξης της συνεργασίας μεταξύ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης της Ευρώπης και των ίδιων οργανισμών των Τρίτων Μεσογειακών Χωρών
  • ATIVIDADE POLÍTICA, ECONOMIA
    Programa Especial de Desenvolvimento das Coletividades Locais
    Ειδικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Ειδικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
  • CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    coletividade rural
    αγροτική κοινότητα, αγροτικός οικισμός
  • DIREITO
    coletividade local
    τοπική ένωση
    coletividade municipal
    κοινότητα
  • DIREITO, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
    coletividades com finalidade pública
    οργανισμός
  • ECONOMIA, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    floresta pertencente a coletividade de direito público
    δάση του δημοσίου
  • EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
    autor coletividade / coletividade-autor
    εταιρικός συγγραφέας, συλλογικός συγγραφέας
  • FINANÇAS
    valores mobiliários emitidos por um Estado ou pelas suas coletividades territoriais
    κινητές αξίες που εκδίδονται από το κράτος και από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοíκησης
  • GEOGRAFIA
    Coletividade Territorial de São Pedro e Miquelão / São Pedro e Miquelão
    Εδαφική Κοινότητα Σεν Πιερ και Μικελόν, Σεν Πιερ και Μικελόν
    Coletividade de São Martinho / São Martinho
    Άγιος Μαρτίνος, Κοινότητα του Αγίου Μαρτίνου
  • INDÚSTRIA
    coletividade granulométrica de partículas / conjunto granulométrico de partículas
    κοκκομετρικό σύνολο σωματιδίων, πληθυσμός μεγέθους σωματιδίων
  • QUESTÕES SOCIAIS
    coletividade terapêutica
    θεραπευτική κοινότητα
    coletividade de tipo familiar
    ομάδα οικογενειακού τύπου
  • UNIÃO EUROPEIA
    Conselho Consultivo das Coletividades Regionais e Locais de Direito Público
    Γνωμοδοτικό Συμβούλιο των Οργανισμών Περιφερειακής και Τοπικής Αυτοδιοίκησης
  • UNIÃO EUROPEIA, DIREITO
    comité composto por representantes das coletividades regionais e locais
    επιτροπή αποτελούμενη από αντιπροσώπους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης
  • UNIÃO EUROPEIA, DIREITO, ECONOMIA
    comité de natureza consultiva composto por representantes das coletividades regionais e locais
    επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των οργανισμών τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης
    autarquias regionais e locais / coletividades regionais e locais
    οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης
  • UNIÃO EUROPEIA, FINANÇAS
    coletividades territoriais
    εδαφικές ενότητες
    cooperação entre coletividades locais europeias e dos países terceiros mediterrânicos
    συνεργασία μεταξύ ΟΤΑ χωρών των ΕΚ και των ΤΜΧ, συνεργασία μεταξύ τοπικών αρχών της Ευρώπης και των χωρών της Μεσογείου
ver+
Download IATE, European Union, 2018
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – coletividade no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-10-03 09:14:43]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • ATIVIDADE POLÍTICA
    Programa de apoio à cooperação entre as coletividades locais da Europa e as dos países terceiros mediterrânicos
    Πρόγραμμα στήριξης της συνεργασίας μεταξύ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης της Ευρώπης και των ίδιων οργανισμών των Τρίτων Μεσογειακών Χωρών
  • ATIVIDADE POLÍTICA, ECONOMIA
    Programa Especial de Desenvolvimento das Coletividades Locais
    Ειδικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Ειδικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
  • CIÊNCIAS, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    coletividade rural
    αγροτική κοινότητα, αγροτικός οικισμός
  • DIREITO
    coletividade local
    τοπική ένωση
    coletividade municipal
    κοινότητα
  • DIREITO, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
    coletividades com finalidade pública
    οργανισμός
  • ECONOMIA, AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
    floresta pertencente a coletividade de direito público
    δάση του δημοσίου
  • EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
    autor coletividade / coletividade-autor
    εταιρικός συγγραφέας, συλλογικός συγγραφέας
  • FINANÇAS
    valores mobiliários emitidos por um Estado ou pelas suas coletividades territoriais
    κινητές αξίες που εκδίδονται από το κράτος και από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοíκησης
  • GEOGRAFIA
    Coletividade Territorial de São Pedro e Miquelão / São Pedro e Miquelão
    Εδαφική Κοινότητα Σεν Πιερ και Μικελόν, Σεν Πιερ και Μικελόν
    Coletividade de São Martinho / São Martinho
    Άγιος Μαρτίνος, Κοινότητα του Αγίου Μαρτίνου
  • INDÚSTRIA
    coletividade granulométrica de partículas / conjunto granulométrico de partículas
    κοκκομετρικό σύνολο σωματιδίων, πληθυσμός μεγέθους σωματιδίων
  • QUESTÕES SOCIAIS
    coletividade terapêutica
    θεραπευτική κοινότητα
    coletividade de tipo familiar
    ομάδα οικογενειακού τύπου
  • UNIÃO EUROPEIA
    Conselho Consultivo das Coletividades Regionais e Locais de Direito Público
    Γνωμοδοτικό Συμβούλιο των Οργανισμών Περιφερειακής και Τοπικής Αυτοδιοίκησης
  • UNIÃO EUROPEIA, DIREITO
    comité composto por representantes das coletividades regionais e locais
    επιτροπή αποτελούμενη από αντιπροσώπους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης
  • UNIÃO EUROPEIA, DIREITO, ECONOMIA
    comité de natureza consultiva composto por representantes das coletividades regionais e locais
    επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των οργανισμών τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης
    autarquias regionais e locais / coletividades regionais e locais
    οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης
  • UNIÃO EUROPEIA, FINANÇAS
    coletividades territoriais
    εδαφικές ενότητες
    cooperação entre coletividades locais europeias e dos países terceiros mediterrânicos
    συνεργασία μεταξύ ΟΤΑ χωρών των ΕΚ και των ΤΜΧ, συνεργασία μεταξύ τοπικών αρχών της Ευρώπης και των χωρών της Μεσογείου
ver+
Download IATE, European Union, 2018
Artigos
ver+
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – coletividade no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-10-03 09:14:43]. Disponível em

Palavra em destaque