compatibilizar

kõpɐtibiliˈzar
verbo transitivo
1.
κάνω συμβατό
é possível compatibilizar esses cargos?
είναι δυαντό να γίνουν συμβατά αυτές οι θέσεις;
estudar a forma de compatibilizar os horários de duas pessoas
μελετώ τον τρόπο να κάνω συμβατά τα ωράρια δύο ανθρώπων
não pôde compatibilizar o computador com o programa
δεν μπόρεσε να κάνει συβατά τον υπολογιστή και το πρόγραμμα
2.
συμφιλιώνω
o bem da nação compatibilizou fações políticas antagónicas
το καλό του έθνους συμφιλίωσε αντίθετες πολιτικές παρατάξεις
Porto Editora – compatibilizar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-28 04:47:34]. Disponível em