compensar

com.pen.sar
kõpẽˈsar
verbo transitivo
1.
αντισταθμίζω
compensar uma perda
αντισταθμίζω μια απώλεια
ele compensou as faltas dadas estudando mais
αντιστάθμισε τις απουσίες με περισσότερο διάβασμα
tem alguns defeitos, que compensa com virtudes
έχει μερικά ελαττώματα, που αντισταθμίζει με αρετές
2.
αποζημιώνω
o espetáculo compensou a dificuldade em arranjar bilhete
η παράσταση αποζημίωσε τη δυσκολία εύρεσης εισιτηρίου
pagar uma quantia para compensar um prejuízo
πληρώνω ένα ποσό, για να αποζημιώσω μια ζημία
3.
αποζημιώνω [de/por, για]
compensar (alguém) pelo esforço despendido
αποζημιώνω (κάποιον) για τον καταβλημένο κόπο
quem me compensa do tempo perdido?
ποιος θα με αποζημιώσει για τον χαμένο χρόνο μου;
4.
αναπληρώνω
compensar o tempo perdido
αναπληρώνω τον χαμένο χρόνο
o professor compensou a aula perdida
ο καθηγητής αναπλήρωσε το χαμένο μάθημα
5.
ECONOMIA συμψηφίζω
compensar um cheque
συμψηφίζω μια επιταγή
o crime não compensa
το άδικον ουκ ευλογείται
Porto Editora – compensar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-03 05:00:44]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
auxílio para compensar a perda de gado
ενίσχυση για την απώλεια ζωικού κεφαλαίου
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, AGROALIMENTAR
quarto denominado "compensado"
"αλληλοσυμπληρούμενα" τέταρτα, αντισταθμισμένο τέταρτο, τέταρτο του σφαγίου
DIREITO
compensar as despesas no todo ou em parte
συμψηφίζω ολικώς ή μερικώς τη δικαστική δαπάνη
compensar as despesas por razões de equidade
συμψηφίζω τη δικαστική δαπάνη εφόσον αυτό υπαγορεύει η επιείκεια
VER +