compreender

com.pre.en.der
kõprjẽˈder
verbo transitivo
1.
καταλαβαίνω, κατανοώ
compreender (alguma coisa) com facilidade/dificuldade
κατανοώ (κάτι) εύκολα/δύσκολα
compreender uma anedota
καταλαβαίνω ένα ανέκδοτο
compreender um conceito
κατανοώ μια έννοια
compreendeu o porquê daquela decisão
κατανόησε το γιατί εκείνης της απόφασης
eu não compreendo a tua atitude
δεν καταλαβαίνω τη στάση σου
tens de compreender as minhas razões
πρέπει να κατανοήσεις τους λόγους μου
2.
καταλαβαίνω
agora compreendo!
τώρα καταλαβαίνω!
compreende bem o alemão
καταλαβαίνει καλά τα γερμανικά
empregou uma linguagem chã, que todos compreendiam
χρησιμοποίησε απλή γλώσσα, που όλοι καταλάβαιναν
eu não o compreendo
δεν τον καταλαβαίνω
não compreendo a tua apreensão
δεν καταλαβαίνω την ανησυχία σου
ninguém me compreende!
κανείς δεν με καταλαβαίνει
3.
αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ
compreendi que nada mais havia a fazer
κατάλαβα ότι δεν γινόταν τίποτα άλλο
compreendeu que era indesejável e saiu
αντιλήφθηκε ότι ήταν ανεπιθύμητος κι έφυγε
compreendeu que seria melhor desistir
συνειδητοποίησε ότι το καλύτερο ήταν να τα παρατήσει
não compreende a gravidade da situação
δεν αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης
4.
περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω, περικλείω literário
esta propriedade compreende pastos e terras de cultivo
αυτό το κτήμα περιλαμβάνει βοσκοτόπια και χωράφια
o preço compreende dormida e pequeno-almoço
η τιμή συμπεριλαμβάνει ύπνο και πρωινό
um género que compreende três espécies
ένα είδος που περιλαμβάνει τρεις υποοικογένειες
chegar a compreender
καταλαβαίνω τελικά
não cheguei a compreender o que ele queria dizer
τελικά δεν κατάβαλα τι εννοούσε
compreender mal (alguém/alguma coisa)
παρεξηγώ (κάποιον/κάτι)
fazer-se compreender
γίνομαι κατανοητός
Porto Editora – compreender no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-23 19:34:55]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ENERGIA, INDÚSTRIA
a zona de aglomeração compreende uma chaminé para acendimento e uma grelha para aglomeração
το εργαστήριο σύμπηξης περιλαμβάνει καλύπτρα έναυσης και πλέγμα σύμπηξης(κινούμενο πλέγμα)
INDÚSTRIA
proveta compreendendo pelo menos uma pele de laminagem
δοκίμιο με μία τουλάχιστο επιφάνεια έλασης
máquina para bordados automática compreendendo numerosas cabeças
αυτόματη μηχανή κεντήματος με πολλές κεφαλές
construções em materiais orgânicos compreendendo materiais plásticos
κατασκευές οργανικών υλικών,συμπεριλαμβανομένων και των πλαστικών
QUESTÕES SOCIAIS, CIÊNCIAS
espaço compreendido entre a lente e a imagem
αντικειμενική απόσταση, απόσταση μεταξύ φακού και αντικειμένου
VER +