Campanha Natal
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

com.pro.mis.sokõpruˈmisu
nome masculino
1.
δέσμευση feminino
assumir um compromisso
αναλαμβάνω μια δέσμευση
o país assumiu compromissos internacionais
η χώρα έχει αναλάβει διεθνείς δεσμεύσεις
sempre honrou os seus compromissos
ανέκαθεν τήρησε τις δεσμεύσεις του
2.
συμβιβασμός
chegar a um compromisso
φτάνω σε συμβιβασμό
trata-se de um compromisso histórico
πρόκειται για ιστορικό συμβιβασμό
uma vida cheia de compromissos
ζωή γεμάτη συμβιβασμούς
3.
υποχρέωση feminino, χρέος neutro
compromisso financeiro
οικονομικό χρέος
satisfazer um compromisso na data estipulada
τιμώ μια υποχρέωση στην κανονισμένη ημερομηνία
4.
υποχρέωση
alegou compromissos impreteríveis
προφασίστηκε ανειλημμένες υποχρεώσεις
já tenho um compromisso
έχω ήδη μια υποχρέωση
ter um compromisso (com alguém)
έχω μια υποχρέωση απέναντι (σε κάποιον)
de compromisso
συμβιβαστικός
propus uma solução de compromisso
υπέδειξα μια συμβιβαστική λύση
sem compromisso
χωρίς δέσμευση
eu ajudo-te, mas sem compromisso
θα σε βοηθήσω, μα χωρίς δέσμευση
sob compromisso de honra
κατά δεσμευτικό τρόπο
tomar compromisso
δεσμεύομαι

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • Procedural law
    compromisso
    el
    συμφωνία περί διαιτησίας
  • international trade / competition
    compromisso / compromisso de preços
    el
    ανάληψη υποχρέωσης ως προς τις τιμές, ανάληψη υποχρέωσης
  • EU institution / operation of the Institutions / judicial proceedings
    compromisso
    el
    συμφωνία περί διαιτησίας
  • LAW
    compromisso / obrigação
    el
    δέσμευση, υποχρέωση
  • FINANCE
    compromisso / obrigação contratual
    el
    δέσμευση
  • preparation for market / FINANCE
    compromisso firme
    el
    αυστηρή δέσμευση
  • LAW
    compromisso firme
    el
    αμετάκλητη δέσμευση
  • FINANCE
    compromisso futuro / contrato promessa
    el
    ανάληψη μελλοντικής υποχρέωσης
  • LAW
    compromisso solene
    el
    επίσημη ανάληψη υποχρεώσεως
  • Community budget
    compromisso jurídico
    el
    νομική δέσμευση
  • EUROPEAN UNION
    texto de compromisso
    el
    συμβιβαστικό κείμενο
  • insurance
    compromisso assumido
    el
    αναληφθείσα υποχρέωση
  • FINANCE
    carta de compromisso
    el
    επιστολή δέσμευσης
  • preparation for market / FINANCE
    compromisso anterior
    el
    προηγούμενη ανάληψη υποχρέωσης
  • preparation for market / FINANCE
    compromisso de ajuda
    el
    ανάληψη υποχρέωσης βοήθειας
  • preparation for market
    compromisso recebido
    el
    ληφθείσα ανάληψη υποχρέωσης
  • EU institution / operation of the Institutions
    Compromisso de Janina
    el
    Συμφωνία των Ιωαννίνων, Συμβιβασμός των Ιωαννίνων
  • administrative law / European Union / FINANCE
    compromisso oferecido
    el
    προσφορά ανάληψης υποχρέωσης
  • preparation for market / life sciences
    compromisso concedido
    el
    δοθείσα ανάληψη υποχρέωσης
  • ECONOMICS / FINANCE
    compromisso da filial
    el
    υποχρεώσεις των θυγατρικών
  • ENVIRONMENT
    período de compromisso / período de cumprimento
    el
    περίοδος δέσμευσης
  • EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS / LAW
    compromisso contratual
    el
    συμβατική δέσμευση
  • communications / land transport / TRANSPORT
    solução de compromisso
    el
    συμβιβασμός
  • data processing / information technology and data processing
    unidade de compromisso
    el
    μονάδα διάπραξης
  • LAW / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    compromisso de redução
    el
    υποχρέωση επιβολής μειώσεων
  • insurance
    compromisso em capital
    el
    ασφαλιστήριο με δυνατότητα καταβολής εφάπαξ ποσού
  • LAW / earth sciences
    compromisso contratual
    el
    ανάθεση σύμβασης
  • FINANCE
    compromisso do garante
    el
    δήλωση εγγύησης
  • LAW
    compromisso territorial
    el
    συμβιβασμός ως προς τα εδάφη
  • parliamentary procedure / European Parliament
    alteração de compromisso
    el
    συμβιβαστική τροπολογία
  • banking / financial institutions and credit / FINANCE
    compromisso de pagamento
    el
    δέσμευση πληρωμής
  • United Nations / POLITICS / FINANCE
    compromisso de Cartagena
    el
    Δέσμευση της Καρθαγένης
  • trade policy
    documento de compromisso
    el
    συμβιβαστικό έγγραφο
  • financing and investment / accounting
    compromisso de empréstimo
    el
    δανειακή δέσμευση
  • EU institution / operation of the Institutions
    Compromisso do Luxemburgo
    el
    Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου
  • social policy / document
    Compromisso Social do Porto
    el
    κοινωνική δέσμευση του Πόρτο
  • migration / INTERNATIONAL RELATIONS / cooperation policy
    compromisso de reinstalação
    el
    δέσμευση για επανεγκατάσταση
  • Procedural law
    assumir o compromisso solene
    el
    αναλαμβάνω επίσημα τη δέσμευση
  • insurance
    Estado-Membro do compromisso
    el
    κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης
  • EU institution / operation of the Institutions / judicial proceedings
    assumir o compromisso solene
    el
    αναλαμβάνω επίσημα την υποχρέωση
  • preparation for market
    compromisso de não derrogação
    el
    υποχρέωση μη παρέκκλισης
  • economic structure / EUROPEAN UNION / energy policy / climate change policy / degradation of the environment
    compromisso de descarbonização
    el
    δέσμευση για απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές
  • communications systems
    compromisso entre os parâmetros
    el
    αντιστάθμιση παραμέτρων
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / FINANCE
    compromisso quinquenal assumido
    el
    πενταετής δέσμευση
  • FINANCE
    compromisso de venda assegurada
    el
    επιστολή εξασφάλισης δανειστή
  • ECONOMICS / FINANCE
    data de execução do compromisso
    el
    ημερομηνία ενεργοποίησης της υποχρέωσης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – compromisso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2023-12-04 22:55:58]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • Procedural law
    compromisso
    el
    συμφωνία περί διαιτησίας
  • international trade / competition
    compromisso / compromisso de preços
    el
    ανάληψη υποχρέωσης ως προς τις τιμές, ανάληψη υποχρέωσης
  • EU institution / operation of the Institutions / judicial proceedings
    compromisso
    el
    συμφωνία περί διαιτησίας
  • LAW
    compromisso / obrigação
    el
    δέσμευση, υποχρέωση
  • FINANCE
    compromisso / obrigação contratual
    el
    δέσμευση
  • preparation for market / FINANCE
    compromisso firme
    el
    αυστηρή δέσμευση
  • LAW
    compromisso firme
    el
    αμετάκλητη δέσμευση
  • FINANCE
    compromisso futuro / contrato promessa
    el
    ανάληψη μελλοντικής υποχρέωσης
  • LAW
    compromisso solene
    el
    επίσημη ανάληψη υποχρεώσεως
  • Community budget
    compromisso jurídico
    el
    νομική δέσμευση
  • EUROPEAN UNION
    texto de compromisso
    el
    συμβιβαστικό κείμενο
  • insurance
    compromisso assumido
    el
    αναληφθείσα υποχρέωση
  • FINANCE
    carta de compromisso
    el
    επιστολή δέσμευσης
  • preparation for market / FINANCE
    compromisso anterior
    el
    προηγούμενη ανάληψη υποχρέωσης
  • preparation for market / FINANCE
    compromisso de ajuda
    el
    ανάληψη υποχρέωσης βοήθειας
  • preparation for market
    compromisso recebido
    el
    ληφθείσα ανάληψη υποχρέωσης
  • EU institution / operation of the Institutions
    Compromisso de Janina
    el
    Συμφωνία των Ιωαννίνων, Συμβιβασμός των Ιωαννίνων
  • administrative law / European Union / FINANCE
    compromisso oferecido
    el
    προσφορά ανάληψης υποχρέωσης
  • preparation for market / life sciences
    compromisso concedido
    el
    δοθείσα ανάληψη υποχρέωσης
  • ECONOMICS / FINANCE
    compromisso da filial
    el
    υποχρεώσεις των θυγατρικών
  • ENVIRONMENT
    período de compromisso / período de cumprimento
    el
    περίοδος δέσμευσης
  • EMPLOYMENT AND WORKING CONDITIONS / LAW
    compromisso contratual
    el
    συμβατική δέσμευση
  • communications / land transport / TRANSPORT
    solução de compromisso
    el
    συμβιβασμός
  • data processing / information technology and data processing
    unidade de compromisso
    el
    μονάδα διάπραξης
  • LAW / AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    compromisso de redução
    el
    υποχρέωση επιβολής μειώσεων
  • insurance
    compromisso em capital
    el
    ασφαλιστήριο με δυνατότητα καταβολής εφάπαξ ποσού
  • LAW / earth sciences
    compromisso contratual
    el
    ανάθεση σύμβασης
  • FINANCE
    compromisso do garante
    el
    δήλωση εγγύησης
  • LAW
    compromisso territorial
    el
    συμβιβασμός ως προς τα εδάφη
  • parliamentary procedure / European Parliament
    alteração de compromisso
    el
    συμβιβαστική τροπολογία
  • banking / financial institutions and credit / FINANCE
    compromisso de pagamento
    el
    δέσμευση πληρωμής
  • United Nations / POLITICS / FINANCE
    compromisso de Cartagena
    el
    Δέσμευση της Καρθαγένης
  • trade policy
    documento de compromisso
    el
    συμβιβαστικό έγγραφο
  • financing and investment / accounting
    compromisso de empréstimo
    el
    δανειακή δέσμευση
  • EU institution / operation of the Institutions
    Compromisso do Luxemburgo
    el
    Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου
  • social policy / document
    Compromisso Social do Porto
    el
    κοινωνική δέσμευση του Πόρτο
  • migration / INTERNATIONAL RELATIONS / cooperation policy
    compromisso de reinstalação
    el
    δέσμευση για επανεγκατάσταση
  • Procedural law
    assumir o compromisso solene
    el
    αναλαμβάνω επίσημα τη δέσμευση
  • insurance
    Estado-Membro do compromisso
    el
    κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης
  • EU institution / operation of the Institutions / judicial proceedings
    assumir o compromisso solene
    el
    αναλαμβάνω επίσημα την υποχρέωση
  • preparation for market
    compromisso de não derrogação
    el
    υποχρέωση μη παρέκκλισης
  • economic structure / EUROPEAN UNION / energy policy / climate change policy / degradation of the environment
    compromisso de descarbonização
    el
    δέσμευση για απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές
  • communications systems
    compromisso entre os parâmetros
    el
    αντιστάθμιση παραμέτρων
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES / FINANCE
    compromisso quinquenal assumido
    el
    πενταετής δέσμευση
  • FINANCE
    compromisso de venda assegurada
    el
    επιστολή εξασφάλισης δανειστή
  • ECONOMICS / FINANCE
    data de execução do compromisso
    el
    ημερομηνία ενεργοποίησης της υποχρέωσης
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
Como referenciar
Porto Editora – compromisso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2023-12-04 22:55:58]. Disponível em
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais