conciliar

con.ci.li.ar
kõsiˈljar
verbo transitivo
1.
συνδιαλλάσσω, εναρμονίζω
conciliar duas opiniões divergentes
συνδιαλλάσσω διιστάμενες απόψεις
conciliar os interesses de duas pessoas
εναρμονίζω τα συμφέροντα δύο ατόμων
2.
συμβιβάζω
consegue conciliar duas ocupações totalmente diferentes
καταφέρνει να συμβιβάζει δύο εντελώς διαφορετικές απασχολήσεις
esforça-se por conciliar estilos variados
προσπαθεί να συμβιβάζει διαφορετικά ύφη
3.
συμφιλιώνω
conciliar duas pessoas
συμφιλιώνω δύο άτομα
4.
συνδυάζω, συνταιριάζω
líder que concilia a determinação com o poder de adaptação
αρχηγός που συνδυάζει αποφασιστικότητα και ευελιξία
romance que concilia a ficção com a realidade
μυθιστόρημα που συνδυάζει φαντασία και πραγματικότητα
5.
επιφέρω, επισύρω
feitio que concilia a inveja
χαρακτήρας που επισύρει το φθόνο
conciliar o sono
αποκοιμάμαι
Porto Editora – conciliar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-04 23:41:12]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
o Instituto procura conciliar as partes
το Γραφείο καλεί τους διαδίκους σε συμβιβασμό