concluir

con.clu.ir
kõˈklwir
verbo transitivo
1.
τελειώνω, αποτελειώνω, περατώνω, αποπερατώνω, ολοκληρώνω
concluir uma obra
αποτελειώνω έργο
concluir um edifício
περατώνω μια κατασκευή
concluir um processo
τελειώνω μια διαδικασία
concluir um trabalho
ολοκληρώνω μια εργασία
já concluiu os estudos
έχει ήδη τελειώσει τις σπουδές του
não me deixou concluir a explicação
δεν μ' άφησε να τελειώσω την εξήγηση
o governo concluiu a reforma do ensino
η κυβέρνηση αποπεράτωσε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση
2.
συμπεραίνω
daí podemos concluir que...
από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι...
pelo seu procedimento, concluo que...
από τη στάση του, συμπεραίνω ότι...
verbo intransitivo
1.
καταλήγω
para já, nada mais tenho a acrescentar – concluiu ele
προς το παρόν, δεν έχω να προσθέσω τίποτα _κατέληξε αυτός
2.
κλείνω
a sessão está quase a concluir
η συνεδρία κοντεύει να κλείσει
o espetáculo concluiu com o hino nacional
η παράσταση έκλεισε με τον εθνικό ύμνο
Porto Editora – concluir no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-29 03:30:39]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA, UNIÃO EUROPEIA, EMPREGO E TRABALHO
autoridade habilitada a celebrar contratos de recrutamento / entidade competente para celebrar contratos de provimento / entidade habilitada a concluir contratos de admissão
Αρμόδια Αρχή για τη Σύναψη των Συμβάσεων Πρόσληψης, αρχή αρμόδια για τη σύναψη της σύμβασης προσλήψεως
DIREITO
competência da Comunidade ou de uma das suas Instituições para concluir um acordo
εξουσία της Κοινότητας ή ενός από τα όργανά της να συνάπτουν συμφωνίες
o processo de oposição seja considerado como tendo sido concluído
η ανακοπή λογίζεται ως εκδικασθείσα
contrato concluído entre ausentes
σύμβαση μεταξύ απόντων
FINANÇAS
concluir um acordo de empréstimo
συνάπτω συμφωνία δανείων
concluir um acordo de crédito recíproco entre bancos centrais ao par / concluir um acordo de swap ao par
συνάπτω πράξη "swap" στο άρτιο, συνάπτω συμφωνία "swap" στην ονομαστική τιμή
empréstimo global concluído com institutos intermediários
συνολικό δάνειο που συνάπτεται με ενδιάμεσους οργανισμούς
VER +