concordar

con.cor.dar
kõkurˈdar
verbo intransitivo
1.
συμφωνώ
a mãe concordou em me deixar ir
η μητέρα συμφώνησε να μ' αφήσει να πάω
ambas as partes concordaram
αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν
concordámos fazer o trabalho em conjunto
συμφωνήσαμε να κάνουμε μαζί τη δουλειά
concordar com (alguém/alguma coisa)
συμφωνώ με (κάποιον/κάτι)
concordei com aprazimento
συμφώνησα με ευχαρίστηση
concordo com aquilo que foi agora dito
συμφωνώ μ' εκείνο που ειπώθηκε μόλις τώρα
concordo com essa decisão
συμφωνώ μ' αυτή την απόφαση
concordo em absoluto com o teu ponto de vista
συμφωνώ απόλυτα με την άποψή σου
concordou em versar uma entrada de 2.000 euros
συμφώνησε να καταβάλει μια προκαταβολή 2.000 ευρώ
ela concorda com tudo
αυτή συμφωνεί σε όλα
eu concordo
εγώ συμφωνώ
não concordo com isso
δεν συμφωνώ μ' αυτό
o adjetivo tem de concordar com o substantivo
το επίθετο πρέπει να συμφωνεί με το ουσιαστικό
testemunhos que não concordam entre si
μαρτυρίες που δεν συμφωνούν μεταξύ τους
2.
παραδέχομαι
concordou que a culpa era sua
παραδέχθηκε ότι αυτός έφταιγε
hás de concordar que foste mal-educado
πρέπει να παραδεχθείς ότι ήσουν αγενής
Porto Editora – concordar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-24 02:59:57]. Disponível em