concorrer

con.cor.rer
kõkuˈʀer
verbo intransitivo
1.
συγκλίνω [para, σε]
retas que concorrem para um ponto
ευθείες που συγκλίνουν σ' ένα σημείο
2.
συμβάλλω [para, σε], συντελώ [para, σε], υποβοηθώ [para, σε]
aquilo concorreu para a complicação da questão
εκείνο συνέβαλε στην περιπλοκή της υπόθεσης
concorrer para esclarecer um mal-entendido
υποβοηθώ στο να λυθεί μια παρεξήγηση
concorrer para o rebaixamento (de alguém)
συντελώ στον εξευτελισμό (κάποιου)
concorrer para o sucesso de uma iniciativa
υποβοηθώ στην επιτυχία μιας πρωτοβουλίας
fatores que concorreram para a ocorrência
παράγοντες που συνέβαλαν στο περιστατικό
3.
είμαι υποψήφιος [a, για], διαγωνίζομαι [a, για]
concorrer a uma bolsa (de estudo)
είμαι υποψήφιος για μια υποτροφία
concorrer a um cargo/emprego
είμαι υποψήφιος για μια θέση/δουλειά
concorreu a um prémio literário
διαγωνίστηκε για ένα λογοτεχνικό βραβείο
4.
συρρέω
muitos concorreram a observar o fenómeno
πολλοί συνέρρευσαν να παρατηρήσουν το φαινόμενο
5.
συναγωνίζομαι
eles competem entre si quanto à capacidade de trabalho
συναγωνίζονται ο ένας τον άλλο σε ικανότητα εργασίας
6.
ανταγωνίζομαι
empresas que concorrem no setor do turismo
επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται στον τομέα του τουρισμού
Porto Editora – concorrer no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-18 13:13:02]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS
documentação referente ao concurso / documentos do concurso / documentos do convite a concorrer
τεύχος δημοπράτησης, φάκελος πρόσκλησης υποβολής προσφορών
INTERCÂMBIOS ECONÓMICOS E COMERCIAIS, FINANÇAS
concorrer para a formação dos resultados
συμβάλλω στη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων