condenar

con.de.nar
kõdəˈnar
verbo transitivo
1.
καταδικάζω
lei que condena a fraude
νόμος που καταδικάζει την απάτη
os feitios antagónicos condenaram aquela relação
οι αντίθετοι χαρακτήρες καταδίκασαν εκείνη τη σχέση
os indícios condenaram o suspeito
οι ενδείξεις καταδίκασαν τον ύποπτο
2.
καταδικάζω [a, σε]
a infertilidade do solo condena-os a parcas colheitas
η αγονία του εδάφους τους καταδικάζει σε πενιχρές σοδειές
condenar a cinco anos de cadeia
καταδικάζω σε πέντε χρόνια φυλάκισης
condenar à morte
καταδικάζω εις θάνατο
condenar ao pagamento de multa
καταδικάζω στην πληρωμή προστίμου
condenar às penas do Inferno
καταδικάζω στα βάσανα της Κόλασης
3.
αποδοκιμάζω, κατακρίνω
condenar a atitude (de alguém)
αποδοκιμάζω το φέρσιμο (κάποιου)
condenar atos de segregação social
αποδοκιμάζω τις ρατσιστικές ενέργειες
condenar (alguém) pelo seu comportamento
κατακρίνω (κάποιον) για την συμπεριφορά του
condenar (alguém) ao silêncio
επιβάλλω (σε κάποιον) να σωπαίνει
condenar à revelia
καταδικάζω ερήμην
Porto Editora – condenar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-06 00:28:16]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
DIREITO
condenar nas despesas
καταδικάζω στα δικαστικά έξοδα