confuso

confusa
con.fu.so
kõˈfuzu
adjetivo
1.
μπερδεμένος, ανακατεμένος
encafuou tudo na gaveta, de maneira confusa
τα έχωσε όλα στο συρτάρι, με τρόπο ανακατεμένο
2.
συγκεχυμένος, μπερδεμένος
é uma situação confusa
είναι μια μπερδεμένη κατάσταση
o depoimento dele foi confuso
η κατάθεσή του ήταν μπερδεμένη
instruções confusas
συγκεχυμένες οδηγίες
sons confusos
μπερδεμένοι ήχοι
tem ideias confusas na cabeça
έχει συγκεχυμένες ιδέες στο μυαλό του
3.
συγκεχυμένος
mente confusa
συγκεχυμένο μυαλό
4.
σαστισμένος
aquele desfecho deixou-me confuso
εκείνη η κατάληξη με άφησε σαστισμένο
5.
αμήχανος
corou, e ficou com ar confuso
κοκκίνισε, και πήρε αμήχανο ύφος
Porto Editora – confuso no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 00:25:46]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
EDUCAÇÃO E COMUNICAÇÃO
murmúrio confuso
μουρμούρισμα
INDÚSTRIA
diafonia / diafonia múltipla / murmúrio confuso
θόρυβος πολλαπλής διαφωνίας, πολλαπλή διαφωνία