favoritos
con.sen.ti.men.toseparador fonéticakõsẽtiˈmẽtu
nome masculino
συναίνεση feminino, συγκατάθεση feminino, συγκατάνευση feminino, συγκατάβαση feminino
dar o seu consentimento a um plano
δίνω τη συγκατάνευσή μου σε ένα σχέδιο
eles têm o consentimento dos pais
έχουν τη συγκατάθεση των γονέων τους
garanti o seu consentimento
εξασφάλισα τη συναίνεσή του
julgo que este gesto indica consentimento
νομίζω ότι αυτή η κίνηση σημαίνει συγκατάνευση

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • data processing
    consentimento
    el
    συγκατάθεση
  • LAW
    consentimento mútuo
    el
    αμοιβαία συμφωνία
  • LAW
    livre consentimento
    el
    μη ελαττωματική συναίνεση, μη ελαττωματική σύμπτωση βουλήσεων
  • LAW
    consentimento prévio / autorização prévia
    el
    προηγούμενη άδεια
  • ENVIRONMENT
    consentimento prévio
    el
    συναίνεση ύστερα από ενημέρωση
  • parliamentary proceedings / European Parliament
    vício do consentimento
    el
    έλλειψη συναίνεσης
  • LAW / information technology and data processing
    consentimento explícito / consentimento expresso
    el
    ρητή συναίνεση
  • health policy / pharmaceutical industry
    consentimento esclarecido / consentimento informado
    el
    συγκατάθεση μετά από ενημέρωση
  • criminal law / European construction / judicial proceedings
    consentimento na entrega
    el
    συναίνεση σε παράδοση, συγκατάθεση σε παράδοση
  • data processing / consumer
    cansaço do consentimento
    el
    κόπωση συγκατάθεσης
  • Family law
    consentimento matrimonial
    el
    συμφωνία των μελλονύμφων
  • criminal law
    consentimento do suspeito
    el
    συναίνεση του υπόπτου
  • LAW
    presunção de consentimento
    el
    τεκμήριο συναίνεσης
  • Family law
    consentimento para a adopção
    el
    συναίνεση για υιοθεσία
  • international agreement / health / ENVIRONMENT / chemical compound
    consentimento prévio informado / consentimento prévio esclarecido / PIC / prévia informação e consentimento
    el
    ΣΜΕ, συναίνεση μετά από ενημέρωση, συγκατάθεση κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης,άδεια εκ των προτέρων
  • medical science
    consentimento da mulher grávida
    el
    αυτονομία αποφάσεων της γυναίκας, αυτονομία εκλογής
  • Family law
    divórcio por mútuo consentimento
    el
    συναινετικό διαζύγιο
  • rights and freedoms / information technology and data processing
    consentimento da pessoa em causa
    el
    συγκατάθεση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων
  • EUROPEAN UNION / LAW
    consentimento de ambas as partes
    el
    αμοιβαία συναίνεση των μερών
  • EUROPEAN UNION / LAW / rights and freedoms
    consentimento livre e esclarecido
    el
    ελεύθερη και εν επιγνώσει συναίνεση
  • health / pharmaceutical industry / life sciences / intellectual property
    consentimento livre e esclarecido
    el
    εκφράζω ελεύθερα και εν γνώσει τη συναίνεσή μου
  • FINANCE
    princípio do consentimento tácito
    el
    αρχή της σιωπηρής συναίνεσης
  • Family law
    falta de consentimento matrimonial
    el
    έλλειψη συμφωνίας των μελλονύμφων
  • Family law
    vício do consentimento matrimonial
    el
    ελάττωμα της συμφωνίας των μελλονύμφων, ελάττωμα των δηλώσεων βουλήσεως των μελλονύμφων
  • information technology and data processing / communications
    banda de consentimento de testemunhos / banda de consentimento de testemunhos de conexão / banda de testemunhos de conexão
    el
    ειδικό πλαίσιο για τα cookies
  • medical science
    consentimento da população vulnerável
    el
    συγκατάθεση τρωτών ατόμων
  • indigenous population / human rights / United Nations
    consentimento livre, prévio e informado
    el
    ελεύθερη, εκ των προτέρων και κατόπιν ενημέρωσης συναίνεση, FPIC
  • LAW
    dar o seu consentimento expresso ao registo
    el
    ρητή συναίνεση για την καταχώρηση
  • LAW
    provar que o licenciado deu o seu consentimento
    el
    απόδειξη ότι συναινεί ο κάτοχος της άδειας
  • international agreement / LAW
    consentimento em ficar vinculado por um tratado
    el
    συναίνεση προς δέσμευση δια της συνθήκης
  • LAW
    utilização da marca com o consentimento do titular
    el
    χρήση του σήματος με τη συγκατάθεση του δικαιούχου
  • communications / restrictive trade practice
    transferência sem consentimento para outro operador
    el
    ράπισμα
  • administrative law / POLITICS
    presunção de consentimento do Estado-membro requerido
    el
    τεκμήριο συναίνεσης του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση
  • international agreement
    Convenção sobre o Consentimento Matrimonial, a Idade Núbil e o Registo de Casamentos
    el
    Σύμβαση για τη συναίνεση σε γάμο, το ελάχιστο όριο ηλικίας σύναψης γάμου και την επίσημη καταχώρηση των γάμων
  • international agreement / UN Environment Programme / ENVIRONMENT / UN specialised agency
    Convenção de Roterdão relativa ao Procedimento de Prévia Informação e Consentimento para Determinados Produtos Químicos e Pesticidas Perigosos no Comércio Internacional / Convenção de Roterdã sobre o Procedimento de Consentimento Prévio Informado para o Comércio Internacional de Certas Substâncias Químicas e Agrotóxicos Perigosos
    el
    Σύμβαση του Ρόττερνταμ περί διαδικασίας συναίνεσης μετά από ενημέρωση για ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και προϊόντα φυτοπροστασίας στο διεθνές εμπόριο
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – consentimento no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-05-30 21:08:27]. Disponível em

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • data processing
    consentimento
    el
    συγκατάθεση
  • LAW
    consentimento mútuo
    el
    αμοιβαία συμφωνία
  • LAW
    livre consentimento
    el
    μη ελαττωματική συναίνεση, μη ελαττωματική σύμπτωση βουλήσεων
  • LAW
    consentimento prévio / autorização prévia
    el
    προηγούμενη άδεια
  • ENVIRONMENT
    consentimento prévio
    el
    συναίνεση ύστερα από ενημέρωση
  • parliamentary proceedings / European Parliament
    vício do consentimento
    el
    έλλειψη συναίνεσης
  • LAW / information technology and data processing
    consentimento explícito / consentimento expresso
    el
    ρητή συναίνεση
  • health policy / pharmaceutical industry
    consentimento esclarecido / consentimento informado
    el
    συγκατάθεση μετά από ενημέρωση
  • criminal law / European construction / judicial proceedings
    consentimento na entrega
    el
    συναίνεση σε παράδοση, συγκατάθεση σε παράδοση
  • data processing / consumer
    cansaço do consentimento
    el
    κόπωση συγκατάθεσης
  • Family law
    consentimento matrimonial
    el
    συμφωνία των μελλονύμφων
  • criminal law
    consentimento do suspeito
    el
    συναίνεση του υπόπτου
  • LAW
    presunção de consentimento
    el
    τεκμήριο συναίνεσης
  • Family law
    consentimento para a adopção
    el
    συναίνεση για υιοθεσία
  • international agreement / health / ENVIRONMENT / chemical compound
    consentimento prévio informado / consentimento prévio esclarecido / PIC / prévia informação e consentimento
    el
    ΣΜΕ, συναίνεση μετά από ενημέρωση, συγκατάθεση κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης,άδεια εκ των προτέρων
  • medical science
    consentimento da mulher grávida
    el
    αυτονομία αποφάσεων της γυναίκας, αυτονομία εκλογής
  • Family law
    divórcio por mútuo consentimento
    el
    συναινετικό διαζύγιο
  • rights and freedoms / information technology and data processing
    consentimento da pessoa em causa
    el
    συγκατάθεση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων
  • EUROPEAN UNION / LAW
    consentimento de ambas as partes
    el
    αμοιβαία συναίνεση των μερών
  • EUROPEAN UNION / LAW / rights and freedoms
    consentimento livre e esclarecido
    el
    ελεύθερη και εν επιγνώσει συναίνεση
  • health / pharmaceutical industry / life sciences / intellectual property
    consentimento livre e esclarecido
    el
    εκφράζω ελεύθερα και εν γνώσει τη συναίνεσή μου
  • FINANCE
    princípio do consentimento tácito
    el
    αρχή της σιωπηρής συναίνεσης
  • Family law
    falta de consentimento matrimonial
    el
    έλλειψη συμφωνίας των μελλονύμφων
  • Family law
    vício do consentimento matrimonial
    el
    ελάττωμα της συμφωνίας των μελλονύμφων, ελάττωμα των δηλώσεων βουλήσεως των μελλονύμφων
  • information technology and data processing / communications
    banda de consentimento de testemunhos / banda de consentimento de testemunhos de conexão / banda de testemunhos de conexão
    el
    ειδικό πλαίσιο για τα cookies
  • medical science
    consentimento da população vulnerável
    el
    συγκατάθεση τρωτών ατόμων
  • indigenous population / human rights / United Nations
    consentimento livre, prévio e informado
    el
    ελεύθερη, εκ των προτέρων και κατόπιν ενημέρωσης συναίνεση, FPIC
  • LAW
    dar o seu consentimento expresso ao registo
    el
    ρητή συναίνεση για την καταχώρηση
  • LAW
    provar que o licenciado deu o seu consentimento
    el
    απόδειξη ότι συναινεί ο κάτοχος της άδειας
  • international agreement / LAW
    consentimento em ficar vinculado por um tratado
    el
    συναίνεση προς δέσμευση δια της συνθήκης
  • LAW
    utilização da marca com o consentimento do titular
    el
    χρήση του σήματος με τη συγκατάθεση του δικαιούχου
  • communications / restrictive trade practice
    transferência sem consentimento para outro operador
    el
    ράπισμα
  • administrative law / POLITICS
    presunção de consentimento do Estado-membro requerido
    el
    τεκμήριο συναίνεσης του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση
  • international agreement
    Convenção sobre o Consentimento Matrimonial, a Idade Núbil e o Registo de Casamentos
    el
    Σύμβαση για τη συναίνεση σε γάμο, το ελάχιστο όριο ηλικίας σύναψης γάμου και την επίσημη καταχώρηση των γάμων
  • international agreement / UN Environment Programme / ENVIRONMENT / UN specialised agency
    Convenção de Roterdão relativa ao Procedimento de Prévia Informação e Consentimento para Determinados Produtos Químicos e Pesticidas Perigosos no Comércio Internacional / Convenção de Roterdã sobre o Procedimento de Consentimento Prévio Informado para o Comércio Internacional de Certas Substâncias Químicas e Agrotóxicos Perigosos
    el
    Σύμβαση του Ρόττερνταμ περί διαδικασίας συναίνεσης μετά από ενημέρωση για ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και προϊόντα φυτοπροστασίας στο διεθνές εμπόριο
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – consentimento no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-05-30 21:08:27]. Disponível em