conservar

con.ser.var
kõsərˈvar
verbo transitivo
1.
συντηρώ
conservar alimentos no frigorífico
συντηρώ τρόφιμα στο ψυγείο
conservar obras de arte
συντηρώ έργα τέχνης
2.
διατηρώ
conservar a calma
διατηρώ τη ψυχραιμία
conservar a forma (física)
διατηρώ τη φυσική κατάσταση
conservar azeitonas em salmoura
διατηρώ ελιές σε σαλαμούρα
conservar distância
διατηρώ απόσταση
conserva vários amigos de infância
διατηρεί μερικούς παιδικούς φίλους
conservou hábitos antigos
διατήρησε παλιές συνήθειες
conservou o otimismo ao longo dos anos
διατήρησε την αισιοδοξία όλα του τα χρόνια
3.
κονσερβοποιώ
conservar peixe e fruta
κονσερβοποιώ ψάρι και φρούτα
4.
προστατεύω
conservar a riqueza do planeta
προστατεύω τον πλούτο του πλανήτη
conservar o ambiente
προστατεύω το περιβάλλον
5.
κρατώ, φυλάσσω
conservar na memória
κρατάω στη μνήμη μου
conservou muitas relíquias do passado
φύλαξε πολλά κειμήλια από το παρελθόν
6.
κρατώ
conservou o olhar firme
κράτησε σταθερό το βλέμμα του
conservou os olhos abertos, apesar de estar com sono
κράτησε τα μάτια του ανοικτά, παρόλο που νύσταζε
quis conservá-lo ao meu lado, mas não pude
θέλησα να τον κρατήσω δίπλα μου, μα δεν μπόρεσα
conservar em lugar fresco
διατηρείται σε δροσερό μέρος
ANAGRAMAS
Porto Editora – conservar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2021-12-01 21:28:06]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
conservar na mãe / vinho em cima das borras / vinho na mãe
οίνος αδιήθητος, οίνος αμετάγγιστος
atum de conserva / conservas de atum
κονσέρβες τόνου
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, AGROALIMENTAR
Associação dos Fabricantes de Leites de Conserva da CE
Ενωση Παρασκευαστών Διατηρημένου Γάλακτος των Χωρών της ΕΚ
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, PRODUÇÃO, TECNOLOGIA E INVESTIGAÇÃO
frasco para conservas
γυάλινο βάζο οικιακής χρήσης
VER +