considerar

con.si.de.rar
kõsidəˈrar
verbo transitivo
1.
εξετάζω, μελετώ, αναλογίζομαι
antes de decidir, considerei bem a questão
προτού αποφασίσω, μελέτησα καλά το ζήτημα
demorámos horas a considerar as várias propostas
κάναμε ώρες για να εξετάσουμε τις διάφορες προτάσεις
2.
λαμβάνω υπ' όψη
considerando as circunstâncias
λαμβάνοντας υπ' όψη τις περιστάσεις
considerando a situação, o melhor é...
λαμβάνοντας υπ' όψη την κατάσταση, το καλύτερο είναι να...
considerando que...
λαμβάνοντας υπ' όψη ότι...
se não considerarmos isso, dificilmente entenderemos a sua atitude
εάν δεν το λάβουμε αυτό υπ' όψη μας, δύσκολα θα κατανοήσουμε τη στάση του
3.
θεωρώ, κρίνω
considera a situação crítica
θεωρεί την κατάσταση κρίσιμη
considerar como certo
θεωρώ βέβαιο
eu considero necessário
κρίνω αναγκαίο
4.
θεωρώ, λογαριάζω [για]
considero-o digno da minha estima
τον λογαριάζω για άξιο της εκτίμησής μου
considero-te meu amigo
σε λογαριάζω για φίλο μου
eu considero-o meu filho
τον θεωρώ παιδί μου
5.
εκτιμώ
considero-o muito
τον εκτιμώ πολύ
depois daquele dia, comecei a considerá-lo mais
έκτοτε, άρχισα να τον εκτιμώ περισσότερο
Porto Editora – considerar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-17 10:38:31]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
ainda não classificados / ainda não considerado
μη αναφερόμενα αλλού, που δεν κατατάσσονται αλλού
DIREITO
declinar a sua competência / não se considerar competente
απεκδύoμαι της αρμoδιστητάς μoυ, κρίvω στι είμαι αvαρμσδιoς
pedido considerado retirado
αίτηση θεωρούμενη ανακληθείσα
recurso considerado interposto
η προσφυγή θεωρείται ότι έχει ασκηθεί
ECONOMIA
novas operações (vendas/aquisições) no decurso do período considerado
νέες συναλλαγές(πωλήσεις/αγορές)κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου
desinvestimento global do país durante o período considerado
καθαρή αποεπένδυση της χώρας κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου
valor dos trabalhos efetuados durante o período considerado
αξία των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου
VER +