contentar

con.ten.tar
kõtẽˈtar
verbo transitivo
1.
ευχαριστώ
é difícil de contentar
δύσκολα τον ευχαριστείς
ele agiu assim para contentar a irmã
ενέργησε έτσι για να ευχαριστήσει την αδελφή του
essa notícia contentou-os bastante
εκείνο το νέο τους ευχαρίστησε αρκετά
2.
ικανοποιώ
a sua desculpa contentou-me
η συγγνώμη του μ' ικανοποίησε
contentar o apetite (de alguém)
ικανοποιώ την όρεξη (κάποιου)
nada do que faz contenta os pais
τίποτε από όσα κάνει δεν ικανοποιεί τους γονείς του
VER +
VEJA TAMBÉM
VER +
Porto Editora – contentar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 13:36:45]. Disponível em