Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais

favoritos
cor.rup.ção separador fonéticakuʀuˈpsɐ̃w̃
nome feminino
plural: corrupções
1.
αλλοίωση
a rápida corrupção de alguns produtos
η γρήγορη αλλοίωση μερικών προϊόντων
2.
αλλοίωση, νόθευση
corrupção das tradições
νόθευση των παραδόσεων
3.
παραφθορά
corrupção da língua falada
παραφθορά της ομιλούμενης γλώσσας
5.
διαφθορά
abafar um caso de corrupção
αποσιωπώ μια υπόθεση διαφθοράς
a corrupção de alguns polícias
η διαφθορά μερικών αστυνομικών
corrupção de menores
διαφθορά ανηλίκων
6.
δωροδοκία, δεκασμός masculino
escândalo de corrupção
σκάνδαλο δωροδοκίας
juiz acusado de corrupção
δικαστής που κατηγορείται για δεκασμό

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • Criminal law
    corrupção
    el
    αδίκημα διαφθοράς, διαφθορά, δωροδοκία, έγκλημα διαφθοράς
  • offence
    corrupção
    el
    διαφθορά, διαφθορά και δωροδοκία, δωροδοκία
  • criminal law
    corrupção
    el
    χρηματισμός
  • information technology and data processing
    corrupção
    el
    δωροδοκία
  • offence
    corrupção ativa
    el
    ενεργητική δωροδοκία
  • POLITICS / offence / economy / social problem
    corrupção a alto nível / grande corrupção
    el
    μεγάλη διαφθορά, μείζων διαφθορά
  • LAW
    ato de corrupção
    el
    πράξη δωροδοκίας
  • offence
    corrupção activa
    el
    ενεργητική δωροδοκία
  • offence
    corrupção passiva
    el
    παθητική δωροδοκία
  • economy / offence / social problem
    pequena corrupção
    el
    διαφθορά μικρής κλίμακας
  • offence
    corrupção passiva
    el
    παθητική δωροδοκία
  • LAW / FINANCE
    corrupção passiva
    el
    παθητική δωροδοκία
  • criminal law
    crime de corrupção
    el
    αδίκημα της δωροδοκίας
  • data processing / information technology and data processing
    corrupção de dados
    el
    απώλεια ακεραιότητας, έλλειψη ακεραιότητας
  • corruption / FINANCE
    luta contra a corrupção / combate à corrupção
    el
    καταπολέμηση της δωροδοκίας, καταπολέμηση της διαφθοράς
  • information technology and data processing / technology and technical regulations
    corrupção dos dados
    el
    αλλοίωση δεδομένων
  • LAW / information technology and data processing
    corrupção de uma base de dados
    el
    αλλοίωση βάσης δεδομένων
  • politics / corruption / statistics
    Índice de Perceção da Corrupção / IPC
    el
    δείκτης αντίληψης της διαφθοράς
  • EUROPEAN UNION / LAW
    grupo de peritos sobre corrupção
    el
    ομάδα εμπειρογνωμόνων για την καταπολέμηση της διαφθοράς
  • Council of Europe / corruption / international cooperation / international agreement
    GRECO / Grupo de Estados contra a Corrupção
    el
    GRECO, Ομάδα χωρών κατά της διαφθοράς
  • criminal law / EUROPEAN UNION
    Parceiros Europeus contra a Corrupção
    el
    Ευρωπαίοι Εταίροι κατά της διαφθοράς
  • criminal law / international agreement
    Convenção sobre a Luta contra a Corrupção / Convenção sobre a Luta contra a Corrupção de Agentes Públicos Estrangeiros nas Transações Comerciais Internacionais
    el
    Σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές
  • international agreement / criminal law / United Nations
    Convenção das Nações Unidas contra a Corrupção
    el
    Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς
  • international agreement
    Protocolo Adicional à Convenção Penal sobre a Corrupção do Conselho da Europa
    el
    Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά
  • European Parliament / parliament
    Comissão Especial sobre a Criminalidade Organizada, a Corrupção e o Branqueamento de Capitais
    el
    Eιδική επιτροπή για το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες
  • administrative law / LAW / international organisation
    Convenção internacional destinada a penalizar a corrupção dos funcionários públicos estrangeiros
    el
    διεθνής σύμβαση σχετικά με την ποινικοποίηση της δωροδοκίας των αλλοδαπών δημοσίων υπαλλήλων
  • international agreement / European civil service
    Convenção relativa à Luta contra a Corrupção em que estejam implicados Funcionários das Comunidades Europeias ou dos Estados-Membros da União Europeia
    el
    Σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – corrupção no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-03-02 18:47:22]. Disponível em
palavras parecidas

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • Criminal law
    corrupção
    el
    αδίκημα διαφθοράς, διαφθορά, δωροδοκία, έγκλημα διαφθοράς
  • offence
    corrupção
    el
    διαφθορά, διαφθορά και δωροδοκία, δωροδοκία
  • criminal law
    corrupção
    el
    χρηματισμός
  • information technology and data processing
    corrupção
    el
    δωροδοκία
  • offence
    corrupção ativa
    el
    ενεργητική δωροδοκία
  • POLITICS / offence / economy / social problem
    corrupção a alto nível / grande corrupção
    el
    μεγάλη διαφθορά, μείζων διαφθορά
  • LAW
    ato de corrupção
    el
    πράξη δωροδοκίας
  • offence
    corrupção activa
    el
    ενεργητική δωροδοκία
  • offence
    corrupção passiva
    el
    παθητική δωροδοκία
  • economy / offence / social problem
    pequena corrupção
    el
    διαφθορά μικρής κλίμακας
  • offence
    corrupção passiva
    el
    παθητική δωροδοκία
  • LAW / FINANCE
    corrupção passiva
    el
    παθητική δωροδοκία
  • criminal law
    crime de corrupção
    el
    αδίκημα της δωροδοκίας
  • data processing / information technology and data processing
    corrupção de dados
    el
    απώλεια ακεραιότητας, έλλειψη ακεραιότητας
  • corruption / FINANCE
    luta contra a corrupção / combate à corrupção
    el
    καταπολέμηση της δωροδοκίας, καταπολέμηση της διαφθοράς
  • information technology and data processing / technology and technical regulations
    corrupção dos dados
    el
    αλλοίωση δεδομένων
  • LAW / information technology and data processing
    corrupção de uma base de dados
    el
    αλλοίωση βάσης δεδομένων
  • politics / corruption / statistics
    Índice de Perceção da Corrupção / IPC
    el
    δείκτης αντίληψης της διαφθοράς
  • EUROPEAN UNION / LAW
    grupo de peritos sobre corrupção
    el
    ομάδα εμπειρογνωμόνων για την καταπολέμηση της διαφθοράς
  • Council of Europe / corruption / international cooperation / international agreement
    GRECO / Grupo de Estados contra a Corrupção
    el
    GRECO, Ομάδα χωρών κατά της διαφθοράς
  • criminal law / EUROPEAN UNION
    Parceiros Europeus contra a Corrupção
    el
    Ευρωπαίοι Εταίροι κατά της διαφθοράς
  • criminal law / international agreement
    Convenção sobre a Luta contra a Corrupção / Convenção sobre a Luta contra a Corrupção de Agentes Públicos Estrangeiros nas Transações Comerciais Internacionais
    el
    Σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές
  • international agreement / criminal law / United Nations
    Convenção das Nações Unidas contra a Corrupção
    el
    Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς
  • international agreement
    Protocolo Adicional à Convenção Penal sobre a Corrupção do Conselho da Europa
    el
    Πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά
  • European Parliament / parliament
    Comissão Especial sobre a Criminalidade Organizada, a Corrupção e o Branqueamento de Capitais
    el
    Eιδική επιτροπή για το οργανωμένο έγκλημα, τη διαφθορά και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες
  • administrative law / LAW / international organisation
    Convenção internacional destinada a penalizar a corrupção dos funcionários públicos estrangeiros
    el
    διεθνής σύμβαση σχετικά με την ποινικοποίηση της δωροδοκίας των αλλοδαπών δημοσίων υπαλλήλων
  • international agreement / European civil service
    Convenção relativa à Luta contra a Corrupção em que estejam implicados Funcionários das Comunidades Europeias ou dos Estados-Membros da União Europeia
    el
    Σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – corrupção no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-03-02 18:47:22]. Disponível em
Bom português

hilaridade ou hilariedade?

ver mais

à última hora ou à última da hora?

ver mais

tiles ou tis?

ver mais

à parte ou aparte?

ver mais

gratuito ou gratuíto?

ver mais