cortar

cor.tar
kurˈtar
verbo transitivo
1.
κόβω
acrescentou água para cortar o intenso sabor a sal
πρόσθεσε νερό για να κόψει την έντονη γεύση αλατιού
cortar (alguma coisa) com os dentes
κόβω (κάτι) με τα δόντια
cortar (alguma coisa) com uma faca
κόβω (κάτι) με μαχαίρι
cortaram a passagem que criticava o governo
έκοψαν το χωρίο που επέκρινε την κυβέρνηση
cortaram-lhe a luz por falta de pagamento
του έκοψαν το φως επειδή δεν πλήρωσε
cortar arame com um alicate
κόβω σύρμα με πένσα
cortar a relva rente
κόβω το γρασίδι σύρριζα
cortar a retirada a um exército
κόβω την υποχώρηση μιας στρατιάς
cortar as cartas/o baralho
κόβω τα χαρτιά/την τράπουλα
cortar lenha
κόβω ξύλα
cortar o cabelo
κόβω τα μαλλιά μου
cortar o cordão umbilical
κόβω τον ομφάλιο λώρο
cortar o cordel com uma tesoura
κόβω το σπάγκο μ' ένα ψαλίδι
cortar o pé duma flor
κόβω το κοτσάνι ενός λουλουδιού
cortar tecido para fazer uma saia
κόβω ύφασμα για να κάνω μια φούστα
cortar uma cebola às rodelas
κόβω ένα κρεμμύδι σε ροδέλες
cortar uma comunicação
κόβω μια επικοινωνία
cortar um fornecimento
κόβω μια παροχή
cortei um pedaço de queijo
έκοψα ένα κομμάτι τυρί
cortou algumas linhas ao texto
έκοψε μερικές αράδες από το κείμενο
cortou as unhas com uma tesourinha
έκοψε τα νύχια μ' ένα ψαλιδάκι
cortou flores para pôr na jarra
έκοψε λουλούδια για να βάλει στο βάζο
cortou parte da franja
έκοψε μέρος από τη φράντζα
cortou um dedo com a faca
έκοψε ένα δάκτυλο με το μαχαίρι
deitar um trunfo para cortar outro naipe
ρίχνω ατού για να κόψω άλλο χρώμα
o frio cortou-me os lábios
το κρύο μου έκοψε τα χείλη
o jogador cortou o chuto do adversário
ο παίχτης έκοψε το σουτ του αντιπάλου
o médico cortou-lhe parte do intestino
ο γιατρός του έκοψε τμήμα από το έντερο
o navio cortava as ondas
το καράβι έκοβε τα κύματα
um camião cortava a passagem
ένα φορτηγό έκοβε τη διέλευση
2.
figurado μειώνω [em, -]
cortar nas despesas
μειώνω τα έξοδα
cortou nos doces, para emagrecer
μείωσε τα γλυκά, για να αδυνατίσει
3.
figurado διακόπτω σχέσεις [com, με], τα χαλάω [com, με]
cortei com pessoas que não eram do meu gosto
διέκοψα τις σχέσεις με άτομα που δεν ήταν του γούστου μου
disse-me que cortou com o namorado
μου είπε πως τα χάλασε με το φίλο της
4.
figurado σχίζω
uma cena que cortava o coração
μια σκηνή που έσχιζε την καρδιά
verbo intransitivo
1.
κόβω
cortar à direita/esquerda
κόβω δεξιά/αριστερά
cuidado com isso, que corta
πρόσεξέ το αυτό, κόβει
é a tua vez de cortar
σειρά σου να κόψεις
esta faca corta bem
αυτό το μαχαίρι κόβει καλά
2.
figurado κόβω (δρόμο)
cortou pelo atalho, para chegar mais depressa
έκοψε από το παράδρομο, για να φτάσει γρηγορότερα
cortou pelos campos, e chegou primeiro
έκοψε δρόμο από τα χωράφια, κι έφτασε πρώτος
3.
(jogos de cartas) κόβω, παίζω ατού
deitei um ás, mas ele cortou
έριξα έναν άσο, αλλά αυτός έπαιξε ατού
CINEMA, TELEVISÃO corta!
κόψε!
INFORMÁTICA cortar
αποκοπή
cortar documento
αποκοπή αρχείου
figurado cortar a direito
δρω με ευθύτητα
DESPORTO cortar a meta
κόβω το νήμα
figurado cortar a palavra (a alguém)
διακόπτω (κάποιον)
figurado cortar a respiração
κόβω την ανάσα
é de cortar a respiração!
αυτό κόβει την ανάσα!
figurado cortar as asas (a alguém)
κόβω τα φτερά (κάποιου)
cortar caminho
κόβω δρόμο
figurado cortar na casaca (de alguém)
κακολογώ/δυσφημώ (κάποιον απόντα)
figurado cortar o apetite
κόβω την όρεξη
o doce cortou-me o apetite
το γλυκό μου έκοψε την όρεξη
figurado cortar o coração (a alguém)
κάνω την καρδιά περιβόλι (σε κάποιον)
figurado cortar o mal pela raiz
κόβω το κακό στη ρίζα του
figurado cortar relações (com alguém)
διακόπτω τις σχέσεις (με κάποιον)
figurado de cortar o coração
1.
σπαρακτικός
choro de cortar o coração
σπαρακτικό κλάμα
2.
ψυχοπλακωτικός
cena de cortar o coração
ψυχοπλακωτική σκηνή
ANAGRAMAS
Porto Editora – cortar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 01:52:06]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
máquina de cortar relva
μηχανή ξακρίσματος παρυφών χλοοτάπητα, μηχανή ξακρίσματος χλοοτάπητα
cortar às postas
κόβω σε φέτες
cortar em filetes
κόβω σε φιλέτα
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
máquina de cortar
καπνοκοπτική μηχανή
bolo de tabaco na máquina de cortar
μάζα φύλλων για κοπή
tabaco para cortar
καπνός για κοπή
AGROALIMENTAR
máquina de cortar fiambre
μηχανή για το κόψιμο του ζαμπόν
máquina de cortar pão
μηχανή για την κοπή του ψωμιού
VER +