costumar

cos.tu.mar
kuʃtuˈmar
verbo intransitivo
1.
συνηθίζω, έχω τη συνήθεια, συνήθως + (ρήμα)
costumam jantar fora aos sábados
συνηθίζουν να τρώνε έξω το σάββατο βράδυ
costumava dar uma volta pela cidade
είχε τη συνήθεια να κάνει μια βόλτα στην πόλη
costumo ir para a praia em agosto
συνήθως, τον Αύγουστο πηγαίνω στην παραλία
eu costumo fazer assim
συνηθίζω να το κάνω έτσι
2.
συνήθως + (ρήμα)
aqui, os carros costumam ir devagar
εδώ, τα αυτοκίνητα συνήθως πάνε σιγά
ele costuma ser simpático
συνήθως είναι συμπαθητικός
em julho, costuma estar calor
τον Ιούλιο, συνήθως κάνει ζέστη
lá para cima, no norte, costuma nevar
εκεί πάνω, στα βόρεια, συνήθως χιονίζει
o poço costuma ter água
συνήθως το πηγάδι έχει νερό
VER +
VER +
ANAGRAMAS
Porto Editora – costumar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-25 16:53:41]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
ATIVIDADE POLÍTICA
Convenção relativa às Leis e Costumes da Guerra Terrestre (1907)
Σύμβαση "περί των νόμων και εθίμων εν τω κατά ξηράν πολέμω" (1907)
Convenção relativa às Leis e Costumes da Guerra Terrestre (1899)
Σύμβαση "περί των νόμων και εθίμων εν τω κατά ξηράν πολέμω" (1899)
CIÊNCIAS
costume local
τοπικό έθιμο
usos e costumes
ήθη και έθιμα
DIREITO
exploração contrária à ordem pública ou aos bons costumes
εκμετάλλευση που αντίκειται στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη
VER +