favoritos
cui.da.doseparador fonéticakujˈdadu
nome masculino
1.
φροντίδα feminino
tomar (alguém) a seu cuidado
παίρνω (κάποιον) υπό την φροντίδα μου
2.
φροντίδα feminino, προσοχή feminino
fazer (uma coisa) com cuidado
κάνω (κάτι) με προσοχή
o trabalho foi feito sem grande cuidado
η εργασία έγινε δίχως ιδιαίτερη φροντίδα
3.
προσοχή feminino
tem cuidado, que o chão aqui escorrega
κάνε προσοχή, εδώ το έδαφος γλιστράει
todo o cuidado é pouco para evitares as suas vigarices
χρειάζεσαι όλη σου την προσοχή για να αποφεύγεις τις λοβιτούρες του
4.
ανησυχία feminino
o estado dela inspira cuidados
η κατάστασή της εμπνέει ανησυχία
5.
μέλημα neutro
o nosso principal cuidado é o bem-estar dos filhos
βασικό μέλημά μας είναι να είναι καλά τα παιδιά μας
6.
σκοτούρα feminino, φροντίδα feminino
com tantos cuidados que tem, ela leva uma vida difícil
με όλες τις φροντίδες που την απασχολούν, έχει δύσκολη ζωή
os filhos só lhes trazem cuidados
τα παιδιά δεν τους φέρνουν παρά μόνο σκοτούρες
7.
plural περίθαλψη feminino, singular, μέριμνα feminino, singular, φροντίδες feminino
cuidados médicos
ιατρική μέριμνα, ιατρική περίθαλψη
ela precisa de cuidados
αυτή χρειάζεται περίθαλψη
os cuidados do médico arrebitaram-no rapidamente
οι φροντίδες του γιατρού τον συνέφεραν γρήγορα
8.
plural περιποιήσεις feminino, φροντίδες feminino
circundar (alguém) de cuidados
περιβάλλω (κάποιον) με φροντίδες
confiou o filho aos cuidados da irmã
εμπιστεύτηκε το παιδί στις φροντίδες της αδελφής της
é muito cioso dos cuidados da mãe
είναι ζηλότυπος με τις περιποιήσεις της μάνας του
adjetivo
1.
φροντισμένος, περιποιημένος
edição cuidada
φροντισμένη έκδοση
estar bem/mal cuidado
είμαι καλά/άσχημα φροντισμένος
um bigode bem cuidado
ένα περιποιημένο μουστάκι
um jardim bem cuidado
ένας καλά φροντισμένος κήπος
2.
προσεγμένος, επιμελημένος
escreve de forma cuidada
γράφει με προσεγμένο τρόπο
fez um estudo cuidado
έκανε μια προσεγμένη μελέτη
trabalho cuidado
επιμελημένη δουλειά
interjeição
προσοχή
cuidado, ainda me calcas
προσοχή, θα με πατήσεις
cuidado, vem aí um carro!
προσοχή, έρχεται ένα αυτοκίνητο!
(correspondência) ao cuidado de
φροντίδιgenitivo
ao meu/teu/seu/etc. cuidado
1.
στη δική μου/σου/του/κλπ. μέριμνα
deixo isso ao teu cuidado
το αφήνω αυτό στη δική σου μέριμνα
2.
κάτω από τη δική μου/σου/του/κλπ. μέριμνα
ela está ao meu cuidado
αυτή βρίσκεται κάτω από τη δική μου μέριμνα
cuidado com o cão!
προσοχή, σκύλος!
cuidados intensivos
μονάδα εντατικής θεραπείας
dar-se ao cuidado de
μπαίνω στον κόπο να
não se deu ao cuidado de me informar
δεν μπήκε στον κόπο να με ενημερώσει
de cuidado
ανησυχητικός
a lesão não é de cuidado, mas requer tempo para sarar
η κάκωση δεν είναι ανησυχητική, απαιτεί όμως χρόνο για να γιάνει

e a doença dela, é de cuidado?
και η ασθένειά της, είναι ανησυχητική;
estar/ficar em cuidados
ανησυχώ
ter cuidado
προσέχω
ela não tem cuidado com os livros
αυτή δεν προσέχει τα βιβλία

tem cuidado com ele, é perigoso
πρόσεχέ τον, είναι επικίνδυνος

tem cuidado para não caires!
πρόσεχε για να μην πέσεις!
ter o cuidado de
μεριμνώ, φροντίζω
deves ter o cuidado de pagar as contas a tempo
πρέπει να φροντίζεις να πληρώνεις έγκαιρα τους λογαριασμούς

tem sempre o cuidado de fechar a porta à chave
μεριμνεί πάντα να κλειδώνει την πόρτα
ter/tomar cuidado com (alguém)
φροντίζω (κάποιον)
tem/toma cuidado contigo!
φρόντιζε τον εαυτό σου!
tirar-se de cuidados
αντί να το σκέφτομαι, αναλαμβάνω δράση
tirou-se de cuidados e foi às finanças, para esclarecer a questão
αντί να το σκέφτεται, ανέλαβε δράση πηγαίνοντας στην εφορία προκειμένου να λύσει το ζήτημα
cuidado
particípio passado do verbo cuidar

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • communications / Domain code not specified
    aos cuidados de / ao cuidado / a/c / ao cuidado de
    el
    μερίμνη του..., φροντίδι του
  • civil law
    dever de cuidado / dever de diligência
    el
    καθήκον μέριμνας, καθήκον επιμέλειας
  • gender equality
    cuidado da família
    el
    οικογενειακή μέριμνα
  • medical science
    direito ao cuidado dos progenitores
    el
    δικαίωμα στη φροντίδα από τους γονείς
  • health policy
    cuidados formais
    el
    επίσημη παροχή φροντίδας
  • social sciences / pharmaceutical industry
    cuidados médicos
    el
    ιατρική πρόνοια
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cuidados ao gado
    el
    περιποίηση των ζώων
  • health
    cuidados de saúde
    el
    υγειονομική περίθαλψη
  • gender equality
    ética em cuidados
    el
    ηθική της μέριμνας
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cuidados ao casco
    el
    καθαρισμός ονύχων
  • medical science
    acompanhamento dos doentes em fase terminal / cuidados terminais
    el
    ανακουφιστική και παρηγορητική αγωγή ασθενών τελικού σταδίου, φροντίδα των ασθενών τελικού σταδίου, φροντίδα για ετοιμοθάνατα πρόσωπα
  • health policy
    cuidados curativos
    el
    αγωγή θεραπείας
  • health policy
    cuidados informais
    el
    άτυπη φροντίδα
  • medical science
    cuidados dentários
    el
    οδοντική θεραπεία, θεραπεία των οδόντων
  • health care
    cuidados intensivos
    el
    εντατική θεραπεία
  • medical science / health care
    cuidados paliativos
    el
    ανακουφιστική και παρηγορητική φροντίδα, παρηγορητική αγωγή, ανακουφιστική και παρηγορητική αγωγή
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cuidados aos cascos
    el
    περιποίηση της οπλής, περιποίηση του πέλματος
  • social affairs / health
    cuidados continuados / cuidados de longa duração
    el
    μακροχρόνια φροντίδα, μακροχρόνια περίθαλψη
  • social policy / health care
    cuidados para descanso do cuidador / cuidados temporários
    el
    φροντίδα ανάπαυλας
  • health / rights and freedoms
    cuidados preventivos / medicina preventiva
    el
    προληπτική υγειονομική περίθαλψη, προληπτική φροντίδα για την υγεία, πρόληψη σε θέματα υγείας, προληπτική ιατρική φροντίδα
  • cancer / organisation of health care
    cuidados oncológicos
    el
    περίθαλψη καρκινοπαθoύς, περίθαλψη για τον καρκίνο
  • medical science
    percurso de cuidados
    el
    διαδρομή περίθαλψης
  • health policy
    cuidados hospitalares / cuidados com internamento
    el
    κλειστή νοσηλεία, ενδονοσοκομειακή περίθαλψη
  • health policy / health care
    cuidados sem internamento / cuidados ambulatórios
    el
    εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, ανοιχτή νοσηλεία
  • social affairs / health / social sciences
    cuidados domiciliários / cuidados ao domicílio
    el
    φροντίδα κατ’ οίκον, κατ'οίκον περίθαλψη
  • animal health
    má aparência / aparência mal cuidada
    el
    ταλαιπωρημένη εμφάνιση, απεριποίητη εμφάνιση
  • medical science / health
    cuidados hospitalares
    el
    νοσοκομειακή περίθαλψη
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cuidados com as patas
    el
    περιποίηση ποδιών
  • medical science
    cuidados de enfermagem
    el
    νοσηλεία των ασθενών, νοσοκομία
  • health policy
    cuidados especializados / cuidados de saúde especializados
    el
    εξειδικευμένη περίθαλψη, εξειδικευμένη φροντίδα
  • social affairs / health
    cuidados institucionais / cuidados em instituição
    el
    φροντίδα σε ίδρυμα, ιδρυματική φροντίδα
  • medical science / health care
    cuidados fora da instituição / cuidados de proximidade
    el
    περίθαλψη κοινότητας, φροντίδα σε επίπεδο τοπικής κοινότητας
  • SOCIAL QUESTIONS
    cuidados de proximidade
    el
    φροντίδα σε επίπεδο τοπικής κοινότητας, υπηρεσίες φροντίδας που βασίζονται στις τοπικές κοινότητες
  • medical science
    cuidados para com os pés / arte do pedicuro
    el
    περιποίηση των ποδιών
  • statistics / education
    cuidados infantis formais
    el
    επίσημες υπηρεσίες παιδικής φροντίδας
  • health
    cuidados de saúde básicos
    el
    βασική υγειονομική περίθαλψη
  • cancer
    cuidados de sobrevivência
    el
    περίθαλψη επιζώντων καρκίνου
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cuidados com a pele e pelo
    el
    περιποίηση δέρματος και τριχώματος
  • health / TRANSPORT
    local dos cuidados médicos
    el
    ιατρείο
  • health policy / health care
    cuidados de saúde primários
    el
    πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη, πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας
  • SOCIAL QUESTIONS
    jovem prestador de cuidados
    el
    νεαρός φροντιστής, φροντιστής νεαρής ηλικίας
  • health care profession
    médico de cuidados primários
    el
    γιατρός πρωτοβάθμιας περίθαλψης
  • health
    acesso aos cuidados de saúde
    el
    πρόσβαση στις υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης
  • medical institution / health care
    UCI / Unidade de Cuidados Intensivos
    el
    μονάδα εντατικής θεραπείας, ΜΕΘ
  • gender equality
    cuidados a pessoas dependentes
    el
    φροντίδα εξαρτώμενων ατόμων
  • ENVIRONMENT
    cuidados de saúde tradicionais / assistência médica tradicional
    el
    παραδοσιακή ιατρική φροντίδα
  • social sciences
    cuidados a pessoas dependentes
    el
    φροντίδα εξαρτώμενων ατόμων
  • INDUSTRY / health
    produto para cuidados de saúde
    el
    προϊόν για υγειονομική φροντίδα
Download IATE, European Union, 2023
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – cuidado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-06-15 11:38:33]. Disponível em

Língua Gestual Portuguesa

ver a entrada cuidado

thumbnail gesto
ver

Provérbios

  • A ferrugem gasta o ferro e o cuidado o coração.
  • Não é amado quem só de si tem cuidado.
  • Tem cuidado para o ganhar, que o tempo fica para o gastar.

Outros exemplos de uso

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
  • communications / Domain code not specified
    aos cuidados de / ao cuidado / a/c / ao cuidado de
    el
    μερίμνη του..., φροντίδι του
  • civil law
    dever de cuidado / dever de diligência
    el
    καθήκον μέριμνας, καθήκον επιμέλειας
  • gender equality
    cuidado da família
    el
    οικογενειακή μέριμνα
  • medical science
    direito ao cuidado dos progenitores
    el
    δικαίωμα στη φροντίδα από τους γονείς
  • health policy
    cuidados formais
    el
    επίσημη παροχή φροντίδας
  • social sciences / pharmaceutical industry
    cuidados médicos
    el
    ιατρική πρόνοια
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cuidados ao gado
    el
    περιποίηση των ζώων
  • health
    cuidados de saúde
    el
    υγειονομική περίθαλψη
  • gender equality
    ética em cuidados
    el
    ηθική της μέριμνας
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cuidados ao casco
    el
    καθαρισμός ονύχων
  • medical science
    acompanhamento dos doentes em fase terminal / cuidados terminais
    el
    ανακουφιστική και παρηγορητική αγωγή ασθενών τελικού σταδίου, φροντίδα των ασθενών τελικού σταδίου, φροντίδα για ετοιμοθάνατα πρόσωπα
  • health policy
    cuidados curativos
    el
    αγωγή θεραπείας
  • health policy
    cuidados informais
    el
    άτυπη φροντίδα
  • medical science
    cuidados dentários
    el
    οδοντική θεραπεία, θεραπεία των οδόντων
  • health care
    cuidados intensivos
    el
    εντατική θεραπεία
  • medical science / health care
    cuidados paliativos
    el
    ανακουφιστική και παρηγορητική φροντίδα, παρηγορητική αγωγή, ανακουφιστική και παρηγορητική αγωγή
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cuidados aos cascos
    el
    περιποίηση της οπλής, περιποίηση του πέλματος
  • social affairs / health
    cuidados continuados / cuidados de longa duração
    el
    μακροχρόνια φροντίδα, μακροχρόνια περίθαλψη
  • social policy / health care
    cuidados para descanso do cuidador / cuidados temporários
    el
    φροντίδα ανάπαυλας
  • health / rights and freedoms
    cuidados preventivos / medicina preventiva
    el
    προληπτική υγειονομική περίθαλψη, προληπτική φροντίδα για την υγεία, πρόληψη σε θέματα υγείας, προληπτική ιατρική φροντίδα
  • cancer / organisation of health care
    cuidados oncológicos
    el
    περίθαλψη καρκινοπαθoύς, περίθαλψη για τον καρκίνο
  • medical science
    percurso de cuidados
    el
    διαδρομή περίθαλψης
  • health policy
    cuidados hospitalares / cuidados com internamento
    el
    κλειστή νοσηλεία, ενδονοσοκομειακή περίθαλψη
  • health policy / health care
    cuidados sem internamento / cuidados ambulatórios
    el
    εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, ανοιχτή νοσηλεία
  • social affairs / health / social sciences
    cuidados domiciliários / cuidados ao domicílio
    el
    φροντίδα κατ’ οίκον, κατ'οίκον περίθαλψη
  • animal health
    má aparência / aparência mal cuidada
    el
    ταλαιπωρημένη εμφάνιση, απεριποίητη εμφάνιση
  • medical science / health
    cuidados hospitalares
    el
    νοσοκομειακή περίθαλψη
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cuidados com as patas
    el
    περιποίηση ποδιών
  • medical science
    cuidados de enfermagem
    el
    νοσηλεία των ασθενών, νοσοκομία
  • health policy
    cuidados especializados / cuidados de saúde especializados
    el
    εξειδικευμένη περίθαλψη, εξειδικευμένη φροντίδα
  • social affairs / health
    cuidados institucionais / cuidados em instituição
    el
    φροντίδα σε ίδρυμα, ιδρυματική φροντίδα
  • medical science / health care
    cuidados fora da instituição / cuidados de proximidade
    el
    περίθαλψη κοινότητας, φροντίδα σε επίπεδο τοπικής κοινότητας
  • SOCIAL QUESTIONS
    cuidados de proximidade
    el
    φροντίδα σε επίπεδο τοπικής κοινότητας, υπηρεσίες φροντίδας που βασίζονται στις τοπικές κοινότητες
  • medical science
    cuidados para com os pés / arte do pedicuro
    el
    περιποίηση των ποδιών
  • statistics / education
    cuidados infantis formais
    el
    επίσημες υπηρεσίες παιδικής φροντίδας
  • health
    cuidados de saúde básicos
    el
    βασική υγειονομική περίθαλψη
  • cancer
    cuidados de sobrevivência
    el
    περίθαλψη επιζώντων καρκίνου
  • AGRICULTURE, FORESTRY AND FISHERIES
    cuidados com a pele e pelo
    el
    περιποίηση δέρματος και τριχώματος
  • health / TRANSPORT
    local dos cuidados médicos
    el
    ιατρείο
  • health policy / health care
    cuidados de saúde primários
    el
    πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη, πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας
  • SOCIAL QUESTIONS
    jovem prestador de cuidados
    el
    νεαρός φροντιστής, φροντιστής νεαρής ηλικίας
  • health care profession
    médico de cuidados primários
    el
    γιατρός πρωτοβάθμιας περίθαλψης
  • health
    acesso aos cuidados de saúde
    el
    πρόσβαση στις υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης
  • medical institution / health care
    UCI / Unidade de Cuidados Intensivos
    el
    μονάδα εντατικής θεραπείας, ΜΕΘ
  • gender equality
    cuidados a pessoas dependentes
    el
    φροντίδα εξαρτώμενων ατόμων
  • ENVIRONMENT
    cuidados de saúde tradicionais / assistência médica tradicional
    el
    παραδοσιακή ιατρική φροντίδα
  • social sciences
    cuidados a pessoas dependentes
    el
    φροντίδα εξαρτώμενων ατόμων
  • INDUSTRY / health
    produto para cuidados de saúde
    el
    προϊόν για υγειονομική φροντίδα
Download IATE, European Union, 2023
Artigos
ver+
Partilhar
  • partilhar whatsapp
Como referenciar
Porto Editora – cuidado no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2024-06-15 11:38:33]. Disponível em