cul.to
ˈkuɫtu
ˈkuɫtuadjetivo
1.
καλλιεργημένος, μορφωμένος
sente-se bem entre pessoas cultas
νιώθει όμορφα ανάμεσα σε καλλιεργημένους ανθρώπους
2.
εκλεπτυσμένος
utiliza uma linguagem culta
χρησιμοποιεί εκλεπτυσμένη γλώσσα
nome masculino
1.
λατρεία feminino
lugar de culto
τόπος λατρείας
o culto da verdade
η λατρεία της αλήθειας
o culto dos antepassados
η λατρεία των προγόνων
o culto dos santos
η λατρεία των αγίων
2.
τελετουργία feminino
o culto católico e o ortodoxo
η καθολική τελετουργία και η ορθόδοξη
3.
θρησκεία feminino, θρήσκευμα neutro
a Jerusalém, acorrem pessoas de muitos cultos
στην Ιερουσαλήμ, συρρέουν άνθρωποι πολλών θρησκευμάτων
liberdade de culto
ανεξιθρησκία
objeto de culto
τελετουργικό σκεύος, λατρευτικό αντικείμενο
prestar culto (a alguém)
λατρεύω (κάποιον)
Partilhar
Como referenciar 
culto – no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto Editora. Disponível em https://www.infopedia.ptdicionarios/portugues-grego/culto [visualizado em 2026-07-11 16:10:08].