curar

cu.rar
kuˈrar
verbo transitivo
1.
γιατρεύω, θεραπεύω, γιαίνω, ιαίνω
curar (alguém) de uma doença
θεραπεύω (κάποιον) από αρρώστια
foi este o médico que o curou
τον θεράπευσε αυτός ο γιατρός
2.
επιδένω
curar um ferimento
επιδένω τραύμα
3.
ωριμάζω
curar queijos
ωριμάζω τυριά
4.
καπνίζω
curar carne/chouriços
καπνίζω κρέας/λουκάνικα
5.
φροντίζω [de, -]
curar da fortuna da família
φροντίζω την οικογενειακή περιουσία
curar de ser pontual
φροντίζω να είμαι συνεπής με την ώρα
curar dos negócios
φροντίζω τις δουλειές μου
6.
figurado γιατρεύω, γιαίνω, ιαίνω, θεραπεύω
o tempo tudo cura
ο χρόνος όλα τα γιαίνει
7.
θεραπεύω, απαλλάσσω [από]
curar um vício
θεραπεύω ένα ελάττωμα
curei-o daquele mau hábito
τον απάλλαξα από εκείνη την κακιά συνήθεια
verbo intransitivo
γιαίνω, ιαίνω
a ferida curou
το τραύμα έγιανε
ANAGRAMAS
Porto Editora – curar no Dicionário infopédia de Português - Grego [em linha]. Porto: Porto Editora. [consult. 2022-01-20 06:20:56]. Disponível em

OUTROS EXEMPLOS DE USO

Os seguintes exemplos foram recolhidos da Base Terminológica da União Europeia (IATE) e não representam a opinião dos editores da infopedia.pt.
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA
queijo de cura prolongada
τυρί διατήρησης
câmara de cura
θάλαμος άλμευσης
cura de queijo
στράγγιση τυριού
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, AGROALIMENTAR
queijo curado
τυρός που έχει ωριμάσει
AGRICULTURA, SILVICULTURA E PESCA, INDÚSTRIA
deficiências causadas durante o tratamento / deficiências de cura
ελάττωμα λόγω επεξεργασίας, ζημία κατά την αποξήρανση
defeito de cura / defeito de secagem
ελάττωμα αποξήρανσης, ελάττωμα ξήρανσης
VER +